Το πλαίσιο για τις εκποιήσεις, όπως διαμορφώθηκε μετά τη νέα νομοθετική παρέμβαση, αποτελείται από ένα μείγμα παρεμβάσεων και εκκρεμοτήτων, αφού ορισμένοι νόμοι θα εφαρμοστούν άμεσα, ενώ τέσσερις ρυθμίσεις παγώνουν μέχρι να κρίνει τη συνταγματικότητά τους το Ανώτατο Δικαστήριο. Παράλληλα, η συνεχής νομοθετική παρέμβαση συντηρεί την εντύπωση ότι το σύστημα διαχείρισης ΜΕΔ δεν έχει αποκτήσει ακόμη τη σταθερότητα που χρειάζεται, δίνοντας περιθώριο σε στρατηγικούς κακοπληρωτές να κερδίζουν χρόνο.
Η πρώτη δέσμη αλλαγών που έχει ήδη κλειδώσει αφορά δύο κυβερνητικά νομοσχέδια για τον μηχανισμό επιβεβαίωσης χρέους μέσω της Χρηματοοικονομικής επιτρόπου, τα οποία ο Πρόεδρος υπέγραψε χωρίς ενστάσεις. Οι αποφάσεις της επιτρόπου θα είναι δεσμευτικές μέχρι τις 20.000 ευρώ για παράπονα εναντίον χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, με δυνατότητα των τελευταίων για προσφυγή στη δικαιοσύνη, ενώ οι δανειολήπτες θα μπορούν να ζητούν επιβεβαίωση του χρέους ήδη από την επιστολή ρύπου «Ι», δηλαδή σε πιο πρώιμο στάδιο πριν την ειδοποίηση εκποίησης τύπου «ΙΑ».
Σε ισχύ τίθεται και η πρόταση των Οικολόγων που θέτει κατώτατο όριο στην αξία του ακινήτου που βγαίνει σε πλειστηριασμό. Κανένα ακίνητο δεν μπορεί να εκπλειστηριαστεί κάτω από το 50% της αγοραίας αξίας του.
Οι νέες ρυθμίσεις που προχωρούν
Μετά την ετυμηγορία της Βουλής επί των αναπομπών, αναμένεται -εφόσον υπογραφούν από τον Πρόεδρο- να ισχύσουν δύο ακόμη σημαντικές ρυθμίσεις. Πρώτον, η τροποποιημένη πρόταση των Οικολόγων για τον νόμο περί Αφερεγγυότητας, που αυξάνει την αξία της κύριας κατοικίας που καλύπτεται από το πλαίσιο στις 400.000 ευρώ από 350.000 προηγουμένως και άρει στρεβλώσεις που κρατούσαν εκτός πραγματικά αφερέγγυα άτομα.
Δεύτερον, η πρόταση του ΕΛΑΜ, όπως διορθώθηκε, με την οποία απαγορεύεται στους πιστωτές να απαιτούν πρόσθετες εξασφαλίσεις όταν το δάνειο υπερκαλύπτεται ήδη από την υποθήκη στο ακίνητο.
Στον αντίποδα, τέσσερις νομοθεσίες έχουν ήδη αναφερθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο ως αντισυνταγματικές και δεν θα εφαρμοστούν μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης. Πρόκειται για προτάσεις νόμου που, σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία, περιέχουν έκδηλα αντισυνταγματικές πρόνοιες και καταστρατηγούν ουσιώδη άρθρα του Συντάγματος.
Οι τέσσερις αυτές ρυθμίσεις είναι:
Η πρόταση ΔΗΣΥ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και ανεξάρτητων βουλευτών, με την οποία η ευθύνη των εγγυητών περιορίζεται μέχρι το ποσό του αρχικού δανείου, ανεξαρτήτως τόκων και επιπλέον επιβαρύνσεων.
Η πρόταση του ΔΗΚΟ που υποχρεώνει τον πιστωτή να εξαντλήσει πρώτα όλες τις εμπράγματες εξασφαλίσεις και να εξασφαλίσει δικαστική απόφαση κατά του πρωτοφειλέτη, πριν στραφεί εναντίον του εγγυητή.
Η πρόταση ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ που προβλέπει αυτόματη διαγραφή του υπολοίπου χρέους μετά την εκποίηση, όταν το προϊόν του πλειστηριασμού δεν καλύπτει πλήρως την οφειλή.
Η πρόταση της ΔΗΠΑ για αναστολή των εκποιήσεων κύριας κατοικίας έως 350 χιλιάδες ευρώ μέχρι το τέλος του έτους.
Οι γκρίζες ζώνες των νέων αλλαγών
Ένα ακόμη νομοθέτημα που βρίσκεται στη ζώνη του «υψηλού ρίσκου» είναι η πρόταση ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ-ΔΗΠΑ για την ελευθεροποίηση του επιτοκίου, η οποία απαγορεύει στις τράπεζες να επιβάλλουν επιπλέον τόκους όταν το σύνολο της οφειλής -μαζί με τους τόκους- φτάνει στο διπλάσιο του αρχικού χρέους. Η Βουλή προχώρησε σε τροποποιήσεις, όμως το Προεδρικό έχει ήδη προϊδεάσει ότι ενδέχεται να μην υπογραφεί και να οδηγηθεί επίσης σε αναφορά στο Ανώτατο, λόγω αναδρομικότητας και επέμβασης στην ελευθερία σύναψης συμβάσεων.
Παράλληλα, η τροποποιημένη πρόταση του ΔΗΚΟ, που δίνει τη δυνατότητα στους επαρχιακούς δικαστές να παραμερίζουν ειδοποιήσεις εκποίησης ρύπου «ΙΑ», προσθέτει ένα νέο δικαστικό εργαλείο προστασίας των δανειοληπτών. Αν και επιχειρεί να στηρίξει όσους έχουν βάσιμες ενστάσεις για το ύψος ή τη νομιμότητα του χρέους, εγείρει ανησυχίες ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά ως μηχανισμός καθυστέρησης της διαδικασίας.
Ένα σύστημα που άρχισε να αποδίδει
Όλες αυτές οι αλλαγές έρχονται, μετά από μια δεκαετία προσαρμογών και ενώ το πλαίσιο άρχισε να παράγει αποτελέσματα τόσο για τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος όσο και για τους συνεργάσιμους δανειολήπτες. Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων υπήρξε βασικός στόχος μετά την κρίση του 2013 και σήμερα οι τράπεζες δεν είναι πλέον ο «μεγάλος ασθενής», αλλά κερδοφόροι οργανισμοί που μπορούν να χρηματοδοτούν την οικονομία με χαμηλότερο ρίσκο.
Κρίσιμη συμβολή σε αυτή την πορεία είχαν και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, που ανέλαβαν τη δύσκολη εργασία ανάκτησης προβληματικών δανείων, σε συνδυασμό με ένα πιο λειτουργικό πλαίσιο εκποιήσεων. Η σταθερότητα των κανόνων είναι προϋπόθεση για να μπορούν οι πιστωτές να αναδιαρθρώνουν τα χρέη και να δίνουν δεύτερες ευκαιρίες σε όσους πραγματικά θέλουν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους.
Η κοινωνική διάσταση
Πριν τις τελευταίες νομοθετικές απόπειρες, η Πολιτεία είχε ήδη παρέμβει στο πρόβλημα των ΜΕΔ μέσα από εξειδικευμένα κοινωνικά εργαλεία, όπως το σχέδιο «Εστία». Το «Εστία» σχεδιάστηκε για να προστατεύσει την κύρια κατοικία ευάλωτων δανειοληπτών με μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια, προβλέποντας αναδιάρθρωση και κρατική επιδότηση μέρους της δόσης, υπό αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Στη συνέχεια, το σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» πρόσφερε σε νοικοκυριά τη δυνατότητα να παραμείνουν στην κατοικία τους ως ενοικιαστές, με το κράτος να καλύπτει το ενοίκιο και με προοπτική επαναγοράς του ακινήτου σε ευνοϊκή τιμή, ενώ το δάνειο διαγράφεται. Πρόκειται για καθαρά εργαλεία κοινωνικής πολιτικής, που αντιμετωπίζουν την αδυναμία πληρωμής χωρίς να υπονομεύουν τη βασική λογική του συστήματος εκποιήσεων.
Παρά τις καλές προθέσεις και την υπαρκτή κοινωνική πίεση, η συσσώρευση αναστολών, ειδικών εξαιρέσεων και αντιφατικών μηνυμάτων προς τους δανειολήπτες δεν λύνει το πρόβλημα των ΜΕΔ - το μεταθέτει, συχνά με μεγαλύτερο κόστος στο μέλλον.
Αν κάποια παρέμβαση ήταν πράγματι αναγκαία, θα έπρεπε να στοχεύει στην ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής (διεύρυνση και καλύτερη στόχευση των σχεδίων στήριξης, επιδότηση ενοικίου, προσωρινά επιδόματα σε νοικοκυριά σε σοκ εισοδήματος) και στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης. Αντ' αυτού, η διαρκής νομοθετική αμφισβήτηση του πλαισίου εκποιήσεων παράγει περισσότερη αβεβαιότητα παρά προστασία.
Τα ανοιχτά ζητήματα
Σήμερα, το νέο διακύβευμα για τις εκποιήσεις είναι διπλό. Από τη μία, να διασφαλιστεί ότι οι πραγματικά ευάλωτοι δεν θα χάνουν την κατοικία τους χωρίς να έχουν εξαντλήσει τα εργαλεία στήριξης, και από την άλλη, να αποτραπεί η καλλιέργεια κουλτούρας μη αποπληρωμής που τιμωρεί τους συνεπείς.
Προαπαιτούμενο για να βοηθήσουμε όσους έχουν ανάγκη στήριξης και προστασίας είναι η θεσμική συνέπεια, δηλαδή σταθερό πλαίσιο εκποιήσεων, ισχυρή κοινωνική πολιτική και δικαιοσύνη που απονέμεται γρήγορα, ώστε να μην χρειάζεται κάθε φορά να «θεραπεύεται» εκ των υστέρων ακόμη και με αντισυνταγματικές ρυθμίσεις.







