Η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων στην ευρωζώνη και η άνοδος των τιμών ενέργειας επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο νέου κύκλου αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), με τις αγορές και κορυφαίους οικονομικούς αναλυτές να προεξοφλούν ήδη κίνηση από τον Ιούνιο. Στις αρχές της περασμένης εβδομάδας, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, εκτίμησε ότι μια αύξηση επιτοκίων καθίσταται πλέον πιο πιθανή, χωρίς ωστόσο να θεωρεί δεδομένη την έναρξη ενός παρατεταμένου κύκλου σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής.
Η συζήτηση στους κόλπους της ΕΚΤ μετατοπίζεται προς μια πιο «σκληρή» στάση, καθώς η επιμονή του πληθωρισμού πάνω από τον στόχο του 2% προκαλεί ανησυχία για δευτερογενείς επιπτώσεις στην οικονομία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς οικονομικού Τύπου και κυρίως του Reuters, η πλειονότητα των οικονομολόγων θεωρεί πλέον πολύ πιθανή μια πρώτη αύξηση επιτοκίων στη συνεδρία του Ιουνίου, ενώ δεν αποκλείεται να ακολουθήσει και δεύτερη παρέμβαση εντός του έτους. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Reuters, περίπου το 85% των αναλυτών προέβλεψε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, καθώς ο πληθωρισμός ενισχύεται υπό το βάρος των αυξημένων ενεργειακών τιμών και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Οι ανησυχίες εντείνονται από τα ίδια τα στοιχεία της ΕΚΤ, τα οποία καταγράφουν αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη. Οι προβολές της κεντρικής τράπεζας δείχνουν ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, κυρίως εξαιτίας της ανόδου του ενεργειακού κόστους, ενώ οι προσδοκίες των καταναλωτών για μελλοντικές αυξήσεις τιμών έχουν επίσης ενισχυθεί.
Σε αυτό το περιβάλλον, ολοένα και περισσότεροι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εμφανίζονται ανοικτοί στο ενδεχόμενο επαναφοράς της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Ο επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank, Γιόακιμ Νάγκελ, έχει δηλώσει ότι η αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο αποτελεί «πραγματική επιλογή» εάν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν αποκλιμακωθούν. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι το ενεργειακό σοκ μπορεί να απαιτήσει «επίμονη» αντίδραση από τη νομισματική πολιτική ώστε να αποτραπεί η παγίωση υψηλού πληθωρισμού.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου υιοθετεί πιο προσεκτική προσέγγιση. Σε δηλώσεις του, ανέφερε ότι η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων τον Ιούνιο έχει αυξηθεί σημαντικά, ωστόσο υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε απόφαση θα παραμείνει αυστηρά εξαρτώμενη από τα οικονομικά δεδομένα και δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως η απαρχή ενός νέου επιθετικού κύκλου αυξήσεων. Όπως επισημαίνει, η ΕΚΤ θα σταθμίσει προσεκτικά τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού με τις αυξανόμενες ενδείξεις επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη.
Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ένα νέο ανοδικό μονοπάτι επιτοκίων θα μπορούσε να σημαίνει ακριβότερο δανεισμό και αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης υφιστάμενων δανείων, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Κύπρος όπου σημαντικό μέρος των στεγαστικών και επιχειρηματικών χορηγήσεων παραμένει συνδεδεμένο με κυμαινόμενα επιτόκια.
Η ΕΚΤ καλείται να τιθασεύσει τον πληθωρισμό χωρίς να οδηγήσει την ευρωπαϊκή οικονομία σε βαθύτερη επιβράδυνση. Η ΕΚΤ, στις τελευταίες μακροοικονομικές προβολές της, αναθεώρησε προς τα κάτω την ανάπτυξη της ευρωζώνης στο 0,9% για το 2026, προειδοποιώντας ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα περιορίζουν την αγοραστική δύναμη και την κατανάλωση. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα κινηθεί πάνω από τον στόχο, περίπου στο 2,6%–3% βραχυπρόθεσμα, πριν αποκλιμακωθεί.







