Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο βλέπει την κυπριακή οικονομία να διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 3% τα επόμενα χρόνια, με χαμηλό πληθωρισμό και σταθερά πλεονάσματα, τα οποία οδηγούν το δημόσιο χρέος σε ταχεία αποκλιμάκωση. Την ίδια ώρα, η παγκόσμια και ευρωπαϊκή προοπτική επιβαρύνεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, με το ΔΝΤ να προειδοποιεί για αυξημένους κινδύνους σε ανάπτυξη, πληθωρισμό και δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, όλες οι προβολές δείχνουν ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν θα φέρει ανατροπές, παρά τους φόβους για την επίδραση στις τιμές της ενέργειας.
Στις τελευταίες προβολές του Ταμείου, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στο πλαίσιο της εαρινής συνόδου των κρατών - μελών του στις ΗΠΑ, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ της Κύπρου για το 2026 τοποθετείται στο 3%, ενώ στις μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις, η ανάπτυξη «σταθεροποιείται γύρω στο 3%», επιβεβαιώνοντας την εικόνα ανθεκτικότητας της οικονομίας. Η ανάλυση του ΔΝΤ αποδίδει την ισχυρή επίδοση κυρίως στις εξαγωγές υπηρεσιών, τον τουρισμό, την εισροή ξένων επενδύσεων και την έκρηξη του τομέα ICT (τεχνολογία), που καθιστούν την κυπριακή ανάπτυξη από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη.
Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 2,6% το 2026 για να υποχωρήσει στο 1,6% το 2027. Στο δημοσιονομικό μέτωπο, το Fiscal Monitor του ΔΝΤ δείχνει ότι η Κύπρος καταγράφει επί σειρά ετών πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 3% του ΑΕΠ και συνολικά πλεονάσματα γύρω στο 2%, κάτι που επιτρέπει τη σταθερή απομείωση του χρέους. Για το 2026 προβλέπεται πλεόνασμα 2,6% (πρωτογενές 3,7%), το οποίο θα υποχωρήσει ως το 1,8% το 2030 (πρωτογενές 2,9%). Το Ταμείο προβλέπει και σταθεροποίηση των δημοσίων δαπανών στο 39,4% του ΑΕΠ.
Μετά την κορύφωσή του στο 113,6% του ΑΕΠ το 2020, το δημόσιο χρέος ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία και, σύμφωνα με τις προβολές του ΔΝΤ, υποχωρεί σημαντικά κάτω από το όριο του 60% τα επόμενα χρόνια. Το 2026 το χρέος θα περιοριστεί στο 50,9% για να υποχωρήσει στο 32,1% το 2031. Το Ταμείο επισημαίνει ότι η διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων αποτελεί ασπίδα έναντι μελλοντικών σοκ, υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει τη «συνετή δημοσιονομική διαχείριση» που ήδη αναγνωρίζει σε εκθέσεις των αποστολών του στην Κύπρο.
Κύπρος, ευρωζώνη και παγκόσμια τάση
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι σαφώς πιο υποτονική. Στο βασικό σενάριο της WEO, η ανάπτυξη στην ευρωζώνη υποχωρεί από 1,4% το 2025 στο 1,1% το 2026, για να κινηθεί γύρω στο 1,2% το 2027, πολύ χαμηλότερα από τους κυπριακούς ρυθμούς. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβολές, η Κύπρος θα συνεχίσει να «τρέχει» με πάνω από το διπλάσιο της μέσης ευρωπαϊκής μεγέθυνσης, εδραιώνοντας τη σχετική σύγκλιση του κατά κεφαλήν εισοδήματος.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η οικονομία μπαίνει «στη σκιά του πολέμου», με την παγκόσμια ανάπτυξη να αναμένεται στο 3,1% το 2026 και 3,2% το 2027, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 2000–2019. Η αναθεώρηση είναι αρνητική. Σε σχέση με το προπολεμικό σενάριο του Ιανουαρίου, η πρόβλεψη για το 2026 έχει μειωθεί κατά 0,2 της μονάδας, παρά το ότι η δυναμική της οικονομίας φαινόταν αρχικά πιο ισχυρή.
Την ίδια στιγμή, ο Fiscal Monitor περιγράφει μια παγκόσμια δημοσιονομική εικόνα υπό πίεση, με το δημόσιο χρέος να φθάνει σχεδόν στο 94% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2025 και να κατευθύνεται προς το 100% μέχρι το 2029, λόγω αυξημένων δαπανών για άμυνα, κοινωνική πολιτική και τόκους.
Το ΔΝΤ συνδέει ευθέως την επιβράδυνση με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος τροφοδοτεί υψηλότερες τιμές ενέργειας και εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, ως το 4,4% το 2026. Στα δυσμενή σενάρια, όπου οι ενεργειακές διαταραχές είναι πιο έντονες και παρατεταμένες, η παγκόσμια ανάπτυξη το 2026 μπορεί να περιοριστεί στο 2,5% ή ακόμη και γύρω στο 2%.
Για την Κύπρο, μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή σημαίνει κυρίως ακριβότερη ενέργεια, πίεση στον τουρισμό και αυξημένη αβεβαιότητα για επενδύσεις, παράγοντες που θα μπορούσαν να «ροκανίσουν» μέρος της αναμενόμενης ανάπτυξης. Ωστόσο, η ύπαρξη διατηρήσιμων πλεονασμάτων και η ταχεία πτώση του δημόσιου χρέους προσφέρουν σημαντικά δημοσιονομικά «μαξιλάρια», επιτρέποντας στο κράτος να απορροφήσει βραχυπρόθεσμα σοκ χωρίς να εκτροχιάσει τη βιωσιμότητα του χρέους.







