***«Δεν θα ήταν καλά να επιβληθούν ανεπιθύμητες πρόνοιες, αφού κάτι τέτοιο θα μείωνε την νομιμοποίηση και τις πιθανότητες βιωσιμότητας μιας λύσης»
***«Στην Κύπρο οι δύο κοινότητες αναπτύχθηκαν ξεχωριστά, σαν δύο “παράλληλες κοινωνίες”, χωρίς μια ενοποιητική, συγκολλητική ουσία που να τις συνενώνει σε ένα ενιαίο σύνολο»
***«Δεν είναι τυχαίο που και η λύση τείνει να μοιάζει με την αναζήτηση τρόπου συγκόλλησης δύο εντελώς διαφορετικών κρατών ή κόσμων, και όχι δύο ελαφρώς διαφορετικών κοινοτήτων»
***«Δεν υπάρχει κάποιο αφηρημένα “καλό” ή “ιδανικό” μοντέλο πολιτεύματος, που να ταιριάζει σε όλους. Κάθε χώρα πρέπει να φτιάξει το δικό της σύστημα»
***«Το ομοσπονδιακό σύνταγμα του Βελγίου, θα “ταιριάζει” ή θα ομοιάζει πιο πολύ με το σύνταγμα που εμείς προσπαθούμε να φτιάξουμε, παρά το σύνταγμα της Αμερικής»
***«Το Σύνταγμα της ΚΔ, του 1960, που ισχύει ακόμη, αναφέρεται σε ‘‘Έλληνες και Τούρκους της Κύπρου’’, και όχι σε έναν λαό»
***«Τα συντάγματα απεικονίζουν μια πραγματικότητα που ήδη υπάρχει επί του εδάφους, και είναι δεδομένος ο βαθύς διαχωρισμός στην περίπτωση μας»
***«Στην περίπτωση μας ένα μελλοντικό σύνταγμα θα μπορούσε να συνδυάσει την “διαφορά” με την επιδιωκόμενη “ενότητα”»
***«Είμαστε ήδη ένας λαός; Από μια απόψη είμαστε, με την έννοια του ότι μαζί οι δυό κοινότητες συνδημιουργήσαμε ένα κράτος. Αλλά παραμείναμε και δράσαμε μαζί μόλις τρία χρόνια»
***«Αν και τυπικά, από νομικής πλευράς, μπορούμε να μιλάμε για έναν λαό, στην πράξη αυτή η ταυτότητα “ατρόφησε”»
***«Οι λαοί “κατασκευάζονται” μέσα από την πράξη, την δράση των ανθρώπων»
***«Θα πρέπει να συσταθεί μια Συνταγματική (ή Συντακτική) Συνέλευση, που να αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους των δύο κοινοτήτων, στους οποίους θα ανατεθεί η σύνταξη ενός μελλοντικού Συντάγματος»
***«Η ύπαρξη δύο και μόνο κοινοτήτων και περιοχών (ή ζωνών), μπορεί να συντείνει στη δημιουργία συνεχών και δύσκολων αδιεξόδων»
***«Υπάρχει μια φανερή απογοήτευση όλων των Κυπρίων απο την έλλειψη νέων ιδεών και προσεγγίσεων που να δίνουν κάποια ελπίδα για λύση»
Το τελευταίο διάστημα, το Κυπριακό επανήλθε στην επικαιρότητα κυρίως μέσα από κάποιες διπλωματικές κινήσεις και δηλώσεις - κάποιοι διασυνδέουν την όποια κινητικότητα διαφαίνεται στο παρασκήνιο και με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα σε ζητήματα ενέργειας και ασφάλειας. Οι προσπάθειες του ΟΗΕ για επανέναρξη διαλόγου συνεχίζονται, με έμφαση σε άτυπες επαφές και διερεύνηση κοινού εδάφους. Από τα κατεχόμενα μεταδόθηκε, την εβδομάδα που μας πέρασε, ότι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, Τουφάν Έρχιουρμαν, δήλωσε ότι τον Ιούλιο αναμένεται νέα πρωτοβουλία του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες.
Ο ίδιος ο κ. Έρχιουρμαν, σε ανάρτησή του σε Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης, ανέφερε ότι, στη συνάντηση που είχε στο πλαίσιο του Φόρουμ Διπλωματίας στην Αττάλεια, με την αναπληρώτρια Γενική Γραμματέα του ΟΗΕ για πολιτικές υποθέσεις και ειρηνευτικές αποστολές, Ρόζμαρι ΝτιΚάρλο, έγινε ανταλλαγή απόψεων «για τη νέα πρωτοβουλία του ΓΓ του ΟΗΕ, για το Κυπριακό, που αναμένεται τον Ιούλιο, μετά τις βουλευτικές εκλογές και μετά την ολοκλήρωση της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ». Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης είπε ακόμα ότι η συνάντηση με την κ. ΝτιΚάρλο, κατά την οποία συζητήθηκαν και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, ήταν «παραγωγική και χρήσιμη». Τις επόμενες μέρες ο Τουφάν Έρχιουρμαν διευκρίνισε ότι το ενδιαφέρον του ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό συνεχίζεται, μία νέα πρωτοβουλία θα βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη από τον Ιούλιο, αλλά αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ως νέο σχέδιο, αλλά ως βούληση του Αντόνιο Γκουτέρες να παρέμβει ξανά άμεσα στο ζήτημα.
Την περασμένη Τρίτη, 21 Απριλίου 2026, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, μετά τη συνάντησή του στο Προεδρικό με τον αναπληρωτή ΓΓ του ΟΗΕ, Ζιαν Πιέρ Λακρουά, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Είμαστε ευγνώμονες για την πολιτική δέσμευση του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών. Στηρίζουμε τη νέα του πρωτοβουλία και ιδιαίτερα τώρα με όλες αυτές τις διεθνείς εξελίξεις, είναι πολύ σημαντικός για μας αυτός ο ρόλος στις προσπάθειές μας για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και για επίλυση του Κυπριακού». Ο κ. Λακρουά τόνισε ότι τα Ηνωμένα Έθνη προσπαθούν να δημιουργήσουν συνθήκες επανέναρξης των συνομιλιών, με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη να απαντά πως «χρειαζόμαστε ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων».
Ρεαλισμός και υπερβάσεις
Ο Δρ Νίκος Περιστιάνης, κοινωνιολόγος, πρόεδρος του Ιδρύματος Universitas, αναδεικνύει στη συνέντευξή του στον «Π», τις βασικές δυσκολίες που εξακολουθούν να παρεμποδίζουν την πρόοδο στο Κυπριακό, με έμφαση στις διαφορετικές ανησυχίες και προτεραιότητες των δύο κοινοτήτων. Επιπλέον εξηγεί γιατί, παρά τις σημαντικές συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί, ορισμένα κρίσιμα ζητήματα παραμένουν άλυτα. Υπογραμμίζει δε την ανάγκη για ρεαλισμό, δημιουργικές υπερβάσεις και ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας στη διαμόρφωση μιας βιώσιμης λύσης.
Η εν λόγω συνέντευξη βασίστηκε στο πρόσφατο βιβλίο του Νίκου Περιστιάνη «Το Σύνταγμα μιας Βαθιά Διαιρεμένης Κοινωνίας, Αναστοχασμός για το κυπριακό ζήτημα και την επίλυσή του», Εκδόσεις Παπαζήση. Στο βιβλίο γίνεται λόγος για νέες ιδέες γύρω από το πολιτειακό μοντέλο, τη διακυβέρνηση και τη συνταγματική ανασυγκρότηση, θέτοντας στο επίκεντρο όχι μόνο τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, αλλά και το μέλλον μιας κοινής, λειτουργικής πολιτείας.
Σαν δύο διαφορετικοί... κόσμοι
Γιατί έχουμε και πάλι «κολλήσει» στο Κυπριακό; Όλοι θέλουν λύση, αλλά καμία πρόοδος...
Επειδή το Κυπριακό είναι όντως ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα! Εμείς οι Ελληνοκύπριοι τονίζουμε κυρίως την πτυχή της εισβολής-κατοχής μετά το 1974, και θέλουμε να είμαστε βέβαιοι πως δεν θα βρεθούμε έρμαιο της Τουρκίας μετά από μια θνησιγενή λύση. Θεωρούμε επίσης πως, ως πλειοψηφία, πρέπει να έχουμε τον κύριο λόγο σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Από την άλλη οι Τουρκοκύπριοι τονίζουν την ανασφάλεια που νιώθουν ως μειονότητα, τις οδυνηρές εμπειρίες μεταξύ 1963-’74, τις οποίες δεν θέλουν να ξαναζήσουν αν δεν δουλέψει σωστά μια νέα διευθέτηση. Δεν θέλουν να ζουν ως υποδεέστεροι πολίτες στη σκιά μιας μόνιμης πλειοψηφίας. Και οι δύο οπτικές είναι σημαντικές και δύσκολο να συνυπάρξουν και να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα. Δυστυχώς στην Κύπρο οι δύο κοινότητες αναπτύχθηκαν ξεχωριστά, σαν δύο «παράλληλες κοινωνίες», χωρίς μια ενοποιητική, συγκολλητική ουσία που να τις συνενώνει σε ένα ενιαίο σύνολο. Δημιουργήθηκε μια «βαθιά διαιρεμένη» κοινωνία, αφού όλοι οι θεσμοί οι οποίοι θα έπρεπε να ενώνουν, διαχωρίζουν: ξεχωριστές γλώσσες, θρησκείες, εθνότητες, ιστορικές εμπειρίες και αφηγήσεις, εκπαιδευτικά συστήματα, ΜΜΕ, πολιτικά κόμματα, πολιτιστικές οργανώσεις, κ.ο.κ. Μετά το 1963 προστέθηκε ο πρώτος εδαφικός διαχωρισμός, και από το 1974 ο πλήρης διαχωρισμός. Η δε έκτοτε ύπαρξη ενός άλλου «κράτους» για τους Τ/Κ -έστω και αν αυτό δεν είναι αναγνωρισμένο- συνεπάγεται την ξεχωριστή τους κοινωνικοποίηση, συλλογική ταύτιση και προσήλωση. Ενώ ταυτόχρονα εμπεδώνεται και η εξάρτηση τους από την Τουρκία. Δεν είναι τυχαίο που και η λύση τείνει να μοιάζει με την αναζήτηση τρόπου συγκόλλησης δύο εντελώς διαφορετικών κρατών ή κόσμων, και όχι δύο ελαφρώς διαφορετικών κοινοτήτων.
Αναγνώριση διαφορών
Άρα να μην ελπίζουμε σε λύση; Γι' αυτό και οι μέχρι τώρα προσπάθειες μένουν μετέωρες;
Δεν πρέπει και δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε απαισιόδοξοι. Η λύση του Κυπριακού αφορά την ίδια την ύπαρξή μας, γι' αυτό και πρέπει να επιμένουμε. Άλλωστε η μη λύση εμπεριέχει μεγαλύτερους κινδύνους, για όλους τους Κύπριους. Πρέπει να αναγνωρίσουμε τις διαφορές μας, αλλά και να αναζητήσουμε τρόπους σταδιακής γεφυροποίησής τους, έτσι που να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ένα βιώσιμο πολυεθνοτικό (πιο σωστά διεθνοτικό) κράτος. Θεωρώ πως έχουν γίνει σημαντικά βήματα στις συνομιλίες για το Κυπριακό, όλα αυτά τα χρόνια. Έχουμε καταλήξει σε πολλές και σημαντικές συγκλίσεις - παραμένουν όμως κάποιες σοβαρές διαφορές και σε αυτές πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας. Για παράδειγμα, έχουμε καθοριστικές συγκλίσεις στα θέματα της επιστροφής εδάφους και ανθρώπων, την εφαρμογή των τεσσάρων ελευθεριών, του διαχωρισμού εξουσιών μεταξύ κέντρου και συνιστωσών πολιτειών, και πολλά άλλα. Υπάρχει όμως δυστοκία σε μερικά άλλα ζητήματα, όπως το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) από τους εκπροσώπους της μικρότερης κοινότητας, τα ξένα στρατεύματα και τις εγγυήσεις ασφάλειας. Σε μερικά άλλα, παραδείγματος χάριν στο ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας, υπήρξε μία κατ' αρχήν συμφωνία, αλλά οι πολίτες (οι Ελληνοκύπριοι σε αυτή την περίπτωση) φαίνονται πολύ διστακτικοί να την αποδεχτούν: δεν θα ήταν καλά να επιβληθούν ανεπιθύμητες πρόνοιες, αφού κάτι τέτοιο θα μείωνε τη νομιμοποίηση και τις πιθανότητες βιωσιμότητας μιας λύσης.
Δημιουργικές υπερβάσεις
Οπότε τι κάνουμε;
Επικεντρωνόμαστε σε αυτά τα δύσκολα και ψάχνουμε δημιουργικές υπερβάσεις. Και σταματούμε να αμφισβητούμε τα πάντα, ακόμα και τη μορφή λύσης, που έχουμε αποδεχτεί και συζητούμε εδώ και 50 τόσα χρόνια. Τη λύση αυτή την έχουν αποδεχθεί και τη στηρίζουν τα Ηνωμένα Έθνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση - δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε όλα αυτά και να ξαναρχίσουμε από το μηδέν. Πρέπει να επικεντρωθούμε στη βελτίωση της λύσης που συζητούμε, στο πώς θα καταστεί λειτουργική και βιώσιμη - αυτά είναι όντως πολύ σημαντικά.
Η δική μας ομοσπονδία
Όμως κάποιοι λένε πως η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία (ΔΔΟ) δεν είναι ένα καλό μοντέλο ομοσπονδίας.
Ίσως επειδή δεν έχει γίνει κατανοητό πως τα «μοντέλα» πρέπει να ταιριάζουν με τα κύρια χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας. Δεν υπάρχει κάποιο αφηρημένα «καλό» ή «ιδανικό» μοντέλο πολιτεύματος, που να ταιριάζει σε όλους. Κάθε χώρα πρέπει να φτιάξει το δικό της σύστημα, που να ανταποκρίνεται στα δικά της δεδομένα. Για παράδειγμα, μια χώρα «ετερογενής», στο εσωτερικό της οποίας συζούν διάφορες ιστορικά διαμορφωμένες κοινότητες, δεν μπορεί να υιοθετήσει ένα «μοντέλο» συντάγματος που γράφτηκε για να εξυπηρετήσει ομοιογενείς κοινωνίες. Γι' αυτό και η Κύπρος δεν μπορεί να υιοθετήσει το ομοσπονδιακό Σύνταγμα της Αμερικής, όπως προτείνουν κάποιοι: το Σύνταγμα των ΗΠΑ φτιάχτηκε για μια κοινωνία αρκετά «ομοιογενή» - αρχικά τις 13 αποικίες που συνενώθηκαν για να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους από ένα κοινό εχθρό (τη Βρετανική Αυτοκρατορία) και είχαν μία κοινή κύρια γλώσσα και θρησκεία, κοινούς πολιτικούς θεσμούς, κ.ο.κ. Στη συνέχεια τα μεγάλα ρεύματα μετανάστευσης λειτούργησαν σαν χωνευτήρι στο οποίο αφομοιώθηκαν οι διαφορές και η κοινωνία ενοποιήθηκε ακόμη περισσότερο. Στην Κύπρο δεν κάναμε κοινό απελευθερωτικό αγώνα με τους Τουρκοκυπρίους, ούτε και έχουμε έναν κοινό εχθρό που να μας συνενώνει, ενώ οι θεσμοί μας αναπτύχθηκαν εντελώς ξεχωριστά, όπως ήδη έχω αναφέρει.
Πιο κοντά στο Βέλγιο
Ποιο, λοιπόν, μοντέλο θα μας ταίριαζε καλύτερα;
Η Κύπρος μοιάζει πιο πολύ με άλλες «ετερογενείς» κοινωνίες, όπως ο Καναδάς, η Ελβετία και το Βέλγιο. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Βελγίου, που ξεκίνησε την πορεία του ως ενιαίο κράτος το 1830, μετά από κοινό αγώνα Φλαμανδών και Βαλόνων για ανεξαρτησία. Με την πάροδο του χρόνου οι πολιτισμικές διαφορές και η οικονομική ανισότητα μεταξύ των δύο κοινοτήτων πολιτικοποιήθηκαν, οπότε και εντάθηκαν οι φωνές για περισσότερη αυτονομία και αποκέντρωση των δύο μεγάλων κοινοτήτων. Σε ένα τελικό στάδιο, στη δεκαετία του 1970, οι Βέλγοι αποφάσισαν να μετατρέψουν το ενιαίο κράτος σε ομοσπονδία. Χωρίς ξένες παρεμβάσεις και χωρίς αιματηρές συγκρούσεις, επειδή ακριβώς αναγνώρισαν από μόνοι τους πως, για να μην μαλώνουν συνεχώς, θα ήταν καλύτερα πολλά πράγματα (που αφορούσαν κυρίως τα εσωτερικά ζητήματα κάθε κοινότητας), να αποφασίζονταν ξεχωριστά, και μόνο τα ελάχιστα απαραίτητα (που αφορούσαν στο σύνολο) να συναποφασίζονταν από όλους. Συνεπώς, είναι λογικά αναμενόμενο πως το ομοσπονδιακό Σύνταγμα του Βελγίου, θα «ταιριάζει» ή θα ομοιάζει πιο πολύ με το Σύνταγμα που εμείς προσπαθούμε να φτιάξουμε, παρά το Σύνταγμα της Αμερικής.
Ένας ή δυο λαοί;
Πιο συγκεκριμένα, με ποιο τρόπο θα ταίριαζε με την περίπτωσή μας;
Για παράδειγμα, το Σύνταγμα της Αμερικής, αρχίζει με το πασίγνωστο προοίμιο: «Εμείς, ο λαός των Ηνωμένων Πολιτειών, προκειμένου να συγκροτήσουμε μια πιο τέλεια ένωση, να θεμελιώσουμε τη δικαιοσύνη, να διασφαλίσουμε την εσωτερική ειρήνη [...] θεσπίζουμε και καθιερώνουμε το Σύνταγμα αυτό [...]». Μιλάει ένας, ενωμένος λαός, με μια ενιαία φωνή... Αντίθετα, το Σύνταγμα του Βελγίου αρχίζει με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο: «Το Βέλγιο είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος, αποτελούμενο από κοινότητες και περιφέρειες». Ποιο από τα δυο μας θυμίζει την Κύπρο, όπου έχουμε δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες, που διαβιούν σε δυο διαφορετικές εδαφικές περιοχές ή ζώνες (αντί τις περιφέρειες, του Βελγίου); Θα μπορούσε το δικό μας Σύνταγμα να άρχιζε με την αναφορά σε έναν λαό, όπως εκείνο της Αμερικής, όπου η έννοια του λαού ταυτίζεται περίπου με εκείνην του έθνους; Θυμίζω πως το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, του 1960, που ισχύει ακόμη, αναφέρεται σε «Έλληνες και Τούρκους της Κύπρου», και όχι σε έναν λαό. Το Σχέδιο Ανάν, παρά τις όποιες του αδυναμίες, βελτίωνε κάπως τα πράγματα σε αυτό το ζήτημα, αφού αναφερόταν σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, που είχαν μεν διακριτές εθνοπολιτισμικές ταυτότητες, αλλά που αναγνώριζαν ταυτόχρονα πως είχαν μια κοινή πατρίδα. Η «διζωνική συνεταιρική δομή» παρουσιαζόταν ως ένα πλαίσιο διασφάλισης της ειρήνης και ασφάλειας σε μια «Ενωμένη Κύπρο».
Ενιαίος ή ενωμένος;
Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι στον διαχωρισμό;
Τα Συντάγματα απεικονίζουν μια πραγματικότητα που ήδη υπάρχει επί του εδάφους, και είναι δεδομένος ο βαθύς διαχωρισμός στην περίπτωσή μας. Όμως, τα Συντάγματα εμπεριέχουν ταυτόχρονα και μία ένδειξη ως προς τα πού θα ήθελε να κατευθυνθεί μία πολιτεία. Στην περίπτωσή μας ένα μελλοντικό σύνταγμα θα μπορούσε να συνδυάσει τη 'διαφορά' με την επιδιωκόμενη 'ενότητα': «Εμείς, ο λαός της Κύπρου, αποτελούμενος από τις πολιτικά ισότιμες κοινότητες των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκύπριων, αποφασίζουμε από κοινού να ανασυστήσουμε την αρχική μας ενιαία, δικοινοτική δημοκρατία σε μια ενοποιημένη, δικοινοτική ομοσπονδιακή δημοκρατία». Εδώ η αναφορά είναι σε δύο κοινότητες που θέλουν να συναποτελέσουν έναν ενωμένο (αν και όχι ενιαίο) λαό. Είμαστε ήδη ένας λαός; Από μια άποψη είμαστε, με την έννοια του ότι μαζί οι δύο κοινότητες συνδημιουργήσαμε ένα κράτος. Αλλά παραμείναμε και δράσαμε μαζί μόλις τρία χρόνια. Οπότε αν και τυπικά, από νομικής πλευράς, μπορούμε να μιλάμε για έναν λαό, στην πράξη αυτή η ταυτότητα «ατρόφησε». Αν όμως επιμείνουμε να την ανασυστήσουμε, και αν δουλέψουμε μαζί σε ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της κοινής μας πολιτείας -και τελικά τα καταφέρουμε- τότε θα έχουμε τονώσει την αίσθηση του «εμείς» και του συνανήκειν σε έναν λαό. Με άλλα λόγια, οι λαοί «κατασκευάζονται» μέσα από την πράξη, τη δράση των ανθρώπων. Τα Συντάγματα αποτυπώνουν τις πραγματικότητες επί του εδάφους, αλλά και τις προθέσεις και κατευθύνσεις προς τις οποίες στοχεύει μια πολιτεία.
«Να συσταθεί Συνταγματική Συνέλευση»
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι «στην περίπτωσή μας το Σύνταγμά μας το ετοιμάζουν άλλοι», ο Δρ Νίκος Περιστιάνης απάντησε: «Σωστά. Αυτό όμως θα πρέπει να το αλλάξουμε. Υποστηρίζω πως θα πρέπει να συσταθεί μια συνταγματική (ή συντακτική) συνέλευση, που να αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους των δύο κοινοτήτων, στους οποίους θα ανατεθεί η σύνταξη ενός μελλοντικού Συντάγματος». Αυτοί οι εκπρόσωποι, συνέχισε, θα έχουν ως βάση των συζητήσεών τους τις μέχρι σήμερα συγκλίσεις. «Θα μπορούν να αξιοποιούν τις υπηρεσίες ειδικών εμπειρογνωμόνων σε συνταγματικά θέματα, αλλά και γενικότερα όσων Κυπρίων θελήσουν να συμβάλουν στην όλη διαδικασία - π.χ. επιστημονικές οργανώσεις στα θέματα της ειδικότητας τους, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τοπικές οργανώσεις με ενδιαφέροντα στα ζητήματα των τοπικών κοινοτήτων, κ.ο.κ..» συμπλήρωσε.
Και προς τι αυτό;
Με τον τρόπο αυτό θα μπορούν να εμπλακούν όλοι οι Κύπριοι στον καταρτισμό του Συντάγματος. Και το τελικό κείμενο θα πρέπει να εγκριθεί μετά από δημόσιες συζητήσεις και τελική ψηφοφορία όλων των πολιτών. Μόνο μέσα από μία τέτοια συμμετοχική διαδικασία θα αναδειχθεί ο λαός σε κεντρικό υποκείμενο και δημιουργό του Συντάγματος. Μόνο έτσι θα γίνουν κατανοητοί οι ενδοιασμοί και οι δυσκολίες της κάθε κοινότητας, αλλά και θα επέλθουν οι αναγκαίοι τελικοί συμβιβασμοί, έτσι που να σφυρηλατηθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Μόνο έτσι θα κατασκευασθεί η αίσθηση του συλλογικού 'εμείς', η αίσθηση του ενωμένου λαού. Αυτή, βέβαια, θα είναι μόνο η αρχή. Θα πρέπει το ίδιο πνεύμα να ενθαρρυνθεί και στη μετέπειτα λειτουργία του πολιτεύματος, και στην αντιμετώπιση των πολλών ζητημάτων που θα συνεχίσουν να προκύπτουν.
Διαμοιρασμός εξουσιών
Πριν πάμε σε Σύνταγμα ποια άλλα μεγάλα ζητήματα απομένουν;
Ένα ζήτημα που φαίνεται να δυσκολεύει τους Ελληνοκύπριους είναι εκείνο του διαμοιρασμού εξουσίας και ιδιαίτερα της εκ περιτροπής προεδρίας. Βέβαια, η δυσκολία αυτή επιτάθηκε από τις ανακριβείς αναλύσεις κάποιων πολιτικών. Για παράδειγμα, ο Νίκος Αναστασιάδης είχε δημόσια θέσει το μεγάλο ρητορικό ερώτημα, πώς θα νιώθαμε αν ένας Τουρκοκύπριος Πρόεδρος βρισκόταν στην εξουσία όταν θα έπρεπε να ληφθεί η απόφαση του κατά πόσον ο αγωγός φυσικού αερίου θα έπρεπε να περάσει διά θαλάσσης μέσω Ελλάδας στην ΕΕ, ή μέσω Τουρκίας. Εκείνο που απέκρυπτε αυτό το ερώτημα ήταν πως και το ισχύον Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (του 1960) δίνει στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο το δικαίωμα του βέτο σε τέτοια ζητήματα. Δεν είναι η ΔΔΟ το πρόβλημα, αλλά η κατανομή των εξουσιών στους πολιτικούς αξιωματούχους και τα δικαιώματα αρνησικυρίας των εκπροσώπων της μειοψηφούσας κοινότητας. Γεγονός παραμένει πως το προεδρικό σύστημα του ’60 είχε σημαντικά προβλήματα. Γενικά τα προεδρικά συστήματα επιτρέπουν υπερβολικές εξουσίες στον ανώτερο άρχοντα και ακαμψία στον παραμερισμό του, αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Όλες οι χώρες της ΕΕ έχουν υιοθετήσει κοινοβουλευτικά ή ημι-προεδρικά συστήματα. Στην περίπτωση της Κύπρου θα ήταν καλύτερα να περάσουμε σε ένα ημι-προεδρικό σύστημα, όπου ο Πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος, που θα εκπροσωπούν τις δύο κοινότητες, θα έχουν συμβολικές κυρίως εξουσίες (π.χ. την επίβλεψη των εξωτερικών σχέσεων, των θεμάτων ασφαλείας και της ΕΕ). Ενώ τις εκτελεστικές εξουσίες θα τις έχει ένας Πρωθυπουργός που θα αναδεικνύεται πάνω σε πολιτικο-ιδεολογική βάση και κομματικές συμμαχίες. Αν από μία τέτοια συμμαχία θα έπρεπε να προκύψει αριθμός υπουργών και από τις δύο κοινότητες, τότε θα ήταν απαραίτητη η δικοινοτική συνεργασία. Οπότε και δεν θα χρειάζονταν άκαμπτες, μόνιμες πρόνοιες στο Σύνταγμα, όσον αφορά τον διαμοιρασμό των εξουσιών πάνω σε εθνοτική βάση. Σημειώνω πως το σύστημα που περιγράφω βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό της Πορτογαλίας, όπου οι εξουσίες του Προέδρου είναι περισσότερο συμβολικές, και όχι της Γαλλίας, όπου ο Πρόεδρος είναι ισχυρότερος του Πρωθυπουργού.
Αξιοποίηση επαρχιών
Κι αν αυτό θα μείωνε κάπως την επιρροή της εθνότητας, πώς θα μειώνονταν τα προβλήματα της διζωνικότητας;
Είναι γεγονός πως η ύπαρξη δύο και μόνο κοινοτήτων και περιοχών (ή ζωνών), μπορεί να συντείνει στη δημιουργία συνεχών και δύσκολων αδιεξόδων. Τι γίνεται όταν διαφωνήσουν οι δύο, ενώ δεν υπάρχουν άλλοι παίκτες που θα βοηθήσουν να επιλυθεί κάποιο ζήτημα; Αυτό το πρόβλημα δεν το αντιμετωπίζουν μόνο οι ομοσπονδίες (π.χ. Τσεχοσλοβακία), αφού είδαμε πως και στο ενιαίο κράτος του Βελγίου οι δύο κοινότητες βρίσκονταν σε συνεχείς τριβές, οπότε και κατέληξαν στη χαλαρή ομοσπονδία. Η Νιγηρία ξεκίνησε ως ανεξάρτητο κράτος με τρεις ομοσπονδιακές περιφέρειες, πράγμα που οδηγούσε σε συχνές τριβές, με αποκορύφωμα τον εμφύλιο πόλεμο. Αναγκάστηκαν να κινηθούν στις 12 πολιτείες και σταδιακά στις 36! Στην περίπτωση της Κύπρου, κάποιοι ερευνητές έχουμε υποστηρίξει την αξιοποίηση των επαρχιών στις δύο πλευρές ως ένα επιπρόσθετο επίπεδο εξουσίας. Αν πέρα από τις υφιστάμενες επαρχίες δημιουργηθούν και 2 ή 3 νέες, μεικτές επαρχίες, στην ευρύτερη περιοχή Βαρωσίου και Μόρφου (ή ακόμα και στην περιοχή της έδρας μιας μελλοντικής ομοσπονδίας), τότε μπορεί να έχουμε συνολικά 12-13 επαρχίες. Αν από κάθε μία από τις αμιγείς επαρχίες (5 + 5) εκλέγονται 2 γερουσιαστές, και από κάθε μεικτή περιοχή άλλοι 2 (1 Ε/Κ + 1 Τ/Κ), τότε θα έχουμε συνολικά 24-26 γερουσιαστές, 12-13 από κάθε κοινότητα. Αφού αυτοί θα εκπροσωπούν τις επαρχίες τους, είναι πιθανό σε κάποιες περιπτώσεις να δημιουργούνται συμμαχίες στη βάση των τοπικών συμφερόντων, αντί στη βάση της εθνοτικής ταυτότητας. Οπότε και θα μειωθεί σε κάποιο βαθμό η επιρροή της εθνικότητας.
Νέες ιδέες
Πόσο έτοιμη όμως είναι η κοινωνία μας για νέες ιδέες;
Περισσότερο απ’όσο νομίζουμε. Υπάρχει μια φανερή απογοήτευση όλων των Κυπρίων απο την έλλειψη νέων ιδεών και προσεγγίσεων που να δίνουν κάποια ελπίδα για λύση. Άλλωστε οι ιδέες που ανέφερα θα βελτίωναν το πολιτικό μας σύστημα, ανεξαρτήτως του ζητήματος τής λύσης. Η μετατόπιση από το Προεδρικό Σύστημα στο Ημι-προεδρικό θα αφαιρούσε πολλές από τις υπερεξουσίες που επιτρέπει το παρόν σύστημα. Η αποκέντρωση των αποφάσεων προς τις επαρχίες θα ενέπλεκε περισσότερο τους πολίτες στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή τους. Η προτροπή σε όλους να συμβάλουν στη δημιουργία ενός νέου συντάγματος συνεπάγεται ένα πιο συμμετοχικό πολίτευμα. Όλα αυτά είναι μέτρα που συντείνουν σε μια πιο δημοκρατική πολιτεία, την ίδια στιγμή που μπορούν να βοηθήσουν και στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Τέτοια και άλλα παρόμοια μέτρα είναι που χρειαζόμαστε.

Το βιβλίο του Δρος Περιστιάνη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, εμπεριέχει μεταξύ άλλων και νέες ιδέες για την επίλυση του Κυπριακού. Τίτλος του βιβλίου «Το Σύνταγμα μιας Βαθιά Διαιρεμένης Κοινωνίας, Αναστοχασμός για το κυπριακό ζήτημα και την επίλυσή του», Εκδόσεις Παπαζήση.







