***«Για εδαφικά μικρές χώρες, όπως η Κύπρος [..] λίγα εξ αποστάσεως πλήγματα θα μπορούσαν να παραλύσουν το σύνολο της χώρας»
***«Οι ΒΒ είναι πηγή ανασφάλειας και αστάθειας για την Κύπρο. Και αυτό γιατί δρουν ανεξάρτητα και ανεξέλεγκτα»
***«Η Συνθήκη Συμμαχίας του 1960 είναι γενικόλογη, και λόγω του Κυπριακού, ανενεργή»
***«Στην πράξη το τι χαρακτηρίζει τέτοια εδάφη είναι η περιορισμένη και διαβαθμισμένη κυριαρχία [..] Πρόκειται για μία ευφυή εξέλιξη τής αποικιοκρατίας»
***«Οι ΒΒ μπορούν να ιδωθούν ως μετεξέλιξη ενός αποικιακού συστήματος διακυβέρνησης. Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώτη διχοτόμηση της Κύπρου»
***«Παρότι θέμα ΒΒ θα μπορούσε να τεθεί τώρα, είναι αρκετά σύνθετο και πρακτικά θα δημιουργήσει άλλα ζητήματα. Δύσκολα μπορεί να επιλυθεί ολοκληρωμένα και ουσιαστικά πριν από μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού»
***«Η σταδιακή επανακατοίκηση χωριών της νεκρής ζώνης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ρεαλιστικό βήμα απονομής δικαιοσύνης για κοινότητες που εκτοπίστηκαν»
***«Τα ε/κ χωριά Βαρίσια και Άγιος Νικόλαος Σόλεας, το μεικτό χωριό Άγιος Γεώργιος Σόλεας, και το τ/κ Πετροφάνι, θα μπορούσαν υπό σωστές προϋποθέσεις, να επανεγκατασταθούν»
***«Φαίνεται πως και από δικής μας πλευράς τα χωριά αυτά έχουν ‘‘ξεγραφτεί’’, αφού ακόμη και στην ιστοσελίδα της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου αναγράφονται ως Κατεχόμενες Κοινότητες Λευκωσίας, παρότι βρίσκονται στη νεκρή ζώνη»
Η πρόσφατη επίθεση με drones εναντίον του στρατιωτικού αεροδρομίου της Βρετανικής Βάσης (ΒΒ) στο Ακρωτήρι, ως αντίποινα των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στο Ιράν, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον ρόλο και το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων (ΒΒ) στην Κύπρο. Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων στη Μέση Ανατολή, τίθενται εκ νέου ερωτήματα για το κατά πόσον η παρουσία τους ενισχύει ή υπονομεύει την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Τμήματος Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου, Κώστας Μ. Κωνσταντίνου, αναλύει στον «Π» τις ιστορικές, νομικές και πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος, καθώς και τα πιθανά σενάρια για το μέλλον των Βάσεων, και επιχειρεί μία σύγκριση με άλλες μετααποικιακές περιπτώσεις. Ενδιαφέρουσα είναι δε, η εισήγησή του για χωριά της νεκρής ζώνης.
Η ύπαρξη των Βρετανικών Βάσεων στο νησί μπορεί να εμπλέξει την Κύπρο σε συγκρούσεις που εξελίσσονται στην περιοχή μας;
Υπάρχει πάντοτε αυτή η πιθανότητα. Οι ΒΒ χρησιμοποιούνται για δεκαετίες, έμμεσα ή άμεσα, σε εμπόλεμες συρράξεις στην περιοχή μας. Η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ) στη βάση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης δεν έχει τη δυνατότητα να ασκεί κυριαρχικό έλεγχο ούτε να κλείνει τον εναέριο της χώρο στις ΒΒ, εφόσον επιθυμεί να μείνει ουδέτερη ή αμέτοχη. Ως αποτέλεσμα, στοχοποιείται λανθασμένα η Κύπρος για δράσεις που δεν μπορεί η ίδια να ελέγξει, όπως μετά τους βομβαρδισμούς της Λιβύης το 1986, αλλά και αυτή την περίοδο. Μπορεί οι αντίπαλοι βασικά να στοχεύουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Βρετανών, αλλά δίπλα από αυτές ζουν και δραστηριοποιούνται Κύπριοι. Επίσης, αν η ΚΔ ιδωθεί ότι συνδέεται με στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή μας, ο κίνδυνος αυξάνεται. Για εδαφικά μικρές χώρες, όπως η Κύπρος, όπου οι υποδομές είναι χωρικά συμπυκνωμένες, λίγα εξ αποστάσεως πλήγματα θα μπορούσαν να παραλύσουν το σύνολο της χώρας.
Πηγή ανασφάλειας
Οι ΒΒ είναι στρατηγικά χρήσιμες για την ασφάλεια της Κύπρου;
Παρουσιάζονται ως τέτοιες. Βεβαίως επιτέλεσαν έργο και λειτούργησαν σταθεροποιητικά την περίοδο των διακοινοτικών συγκρούσεων το 1963-1964 και πριν την έλευση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Επίσης θετικό το ότι προσέφεραν χώρους προστασίας και ανθρωπιστική στήριξη σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους το 1974. Στο κρίσιμο σημείο, όμως, της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης και της de facto διχοτόμησης του νησιού, παρέμειναν αμέτοχες. Στο περιφερειακό συγκείμενο θεωρώ ότι οι ΒΒ είναι πηγή ανασφάλειας και αστάθειας για την Κύπρο. Και αυτό γιατί δρουν ανεξάρτητα και ανεξέλεγκτα, και δεν βρίσκονται εδώ στη βάση μιας συγκεκριμένης αμυντικής συμμαχίας μαζί μας. Η Συνθήκη Συμμαχίας του 1960 είναι γενικόλογη, και λόγω του Κυπριακού, ανενεργή - και στην οποία το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει.
Εξέλιξη αποικιοκρατίας
Είναι κυρίαρχες οι ΒΒ στην Κύπρο;
Στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης καταγράφονται ως κυρίαρχες. Μπορεί πολιτικά να το αμφισβητούμε αυτό διαχρονικά, αλλά αυτή την ορολογία έχουμε συμβατικά αποδεχθεί και προσυπογράψει το 1960. Χαρακτηριστικό ότι δεν εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004, ακόμη και όταν το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μέλος της ΕΕ, διότι ζήτησε να εξαιρεθούν, σε αντίθεση με τα κατεχόμενα που έχουν ενταχθεί στην ΕΕ με αναστολή του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Οι ΒΒ είναι υπερπόντιο έδαφος με όλες τις παθογένειες τέτοιων εδαφών που παρέμειναν υπό τον έλεγχο των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, δηλαδή Γαλλίας, Ολλανδίας, Ισπανίας, Δανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και των ΗΠΑ. Στην πράξη το τι χαρακτηρίζει τέτοια εδάφη είναι η περιορισμένη και διαβαθμισμένη κυριαρχία. Αναλόγως της περίπτωσης, η εξωτερική κυριαρχία παραμένει στο μητροπολιτικό κράτος, ειδικά όσον αφορά θέματα άμυνας και ασφάλειας, ενώ σε σχέση με εσωτερικά θέματα διακυβέρνησης τα αναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό η τοπική κοινότητα, νοουμένου ότι δεν επηρεάζεται η λειτουργία του όλου καθεστώτος. Πρόκειται για μία ευφυή εξέλιξη της αποικιοκρατίας.
Ομοιότητες με Τσάγκος
Πώς επηρεάζουν τον διάλογο για τις ΒΒ στην Κύπρο, οι αποφάσεις για την κυριαρχία στα Νησιά Τσάγκος και τον ρόλο του Μαυρικίου; Υπάρχουν νομικές ή/και πολιτικές ομοιότητες μεταξύ της υπόθεσης Τσάγκος και του καθεστώτος των ΒΒ στην Κύπρο;
Υπάρχουν σαφείς ομοιότητες. Όπως και στο Τσάγκος, έχει αποκοπεί έδαφος της αποικίας για δημιουργία κυρίαρχης Βάσης, έγινε χρήση πειθαναγκασμού, και νομικά συνδέθηκε η εγκαθίδρυση και αναγνώριση του μετααποικιακού κράτους με την ταυτόχρονη δημιουργία της στρατιωτικής βάσης. Είναι όμως πιο τραγική η περίπτωση του Τσάγκος, διότι αφορά βίαιο εκτοπισμό πληθυσμού, κάτι που δεν είχαμε στην περίπτωση των Βάσεων στην Κύπρο. Υπάρχει επίσης το θέμα της αυτοδιάθεσης των Τσαγκόσιων, το οποίο έχουν προσπεράσει τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και ο Μαυρίκιος, και που ενδεχομένως στο μέλλον να αναδειχθεί ως ζήτημα. Ήδη οι Τσαγκόσιοι ξεκίνησαν να επιστρέφουν χωρίς τη συγκατάθεση του Μαυρικίου, που δεν ευνοεί μη συγκροτημένη επιστροφή και ξεχωριστή διαπραγμάτευση των Τσαγκόσιων με τους Βρετανούς.
Αυτοδιάθεση των λαών
Η περίπτωση Τσάγκος έχει δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες περιοχές με αποικιακά κατάλοιπα;
Το προηγούμενο αφορά Συμβουλευτική Γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου με ιδιαιτερότητες που μπορεί να μην ισχύουν σε άλλες περιοχές. Δίνει όμως ελπίδα για απόδοση αποαποικιακής δικαιοσύνης σε έθνη και λαούς που έχουν ιστορικά αδικηθεί και περιθωριοποιηθεί στο διεθνές σύστημα. Και αυτό είναι σημαντικό, διότι πρέπει να θυμόμαστε ότι η αποαποικιοποίηση σε πολλές περιοχές ήταν καταστροφική. Σε κάποιες περιπτώσεις ήταν πιο καταστροφική από την ίδια την αποικιοκρατία. Δημιουργήθηκαν βιαστικά και εκ των πραγμάτων τεχνητά κράτη μέσα σε σύνορα που κληρονομήθηκαν από τις ευρωπαϊκές αποικιακές δυνάμεις, και τα οποία δεν έχουν καμία λογική, πέρα από την αποικιακή συναλλαγή, τις επεκτατικές διεισδύσεις και τις στρατηγικές επιλογές των Ευρωπαίων. Επίσης, η αποαποικιοποίηση σε πολλές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, βασικά νομιμοποίησε την εποικιστική αποικιοκρατία και την υφαρπαγή των εδαφών των αυτόχθονων λαών. Έχουν «νόμιμα» χάσει αυτά τα εδάφη οι εν λόγω λαοί, στο όνομα της συγκεντρωτικής κυριαρχίας του μετααποικιακού κράτους. Δεν πρόκειται απλά για κατάλοιπα, αλλά για μετάλλαξη των αποικιακών μορφών διακυβέρνησης με τεράστιες κοινωνικοπολιτικές και οικολογικές συνέπειες, που δεν τυγχάνουν της δέουσας αναγνώρισης από τη διεθνή κοινότητα. Σαφώς τίθεται επιτακτικά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης αυτών των λαών.
Πρώτη διχοτόμηση
Ποια είναι σήμερα η σχέση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) και Κύπρου αναφορικά με τις Βάσεις; Υπάρχει κάτι το μετααποικιακό σε αυτή τη σχέση;
Οι ΒΒ μπορούν να ιδωθούν ως μετεξέλιξη ενός αποικιακού συστήματος διακυβέρνησης. Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώτη διχοτόμηση της Κύπρου, την οποία δεν την αντιλαμβανόμαστε ως τέτοια διότι είναι αποτέλεσμα διεθνούς συμφωνίας, de jure (κατά νόμο) διαίρεσης, όχι de facto (στην πράξη) διχοτόμησης όπως το 1974. Και αυτή είναι η επιτυχία της. Η βρετανική κυριαρχία εξασκείται με πιο ήπια μορφή, δηλαδή το ΗΒ διατηρεί εδαφική κυριότητα και δικαιοδοσία, χωρίς όμως να επωμίζεται την πολιτική και κοινωνική διακυβέρνηση των τοπικών πληθυσμών. Αυτό σημαίνει κυριαρχία με δικαιώματα και προνόμια για το ΗΒ, αλλά με λιγότερες υποχρεώσεις από αυτές που επωμίζονται κυρίαρχα κράτη. Αφού οι κάτοικοι των περιοχών αυτών είναι πολίτες της ΚΔ, μεταφέρεται το βάρος της διακυβέρνησης βασικά στην ΚΔ, στην οποία έχουν πλήρη δικαιώματα. Οι νόμοι της ΚΔ σε μεγάλο βαθμό εναρμονίζονται με το νομικό καθεστώς των ΒΒ, ενώ στην πράξη δεν υπάρχει σκληρό σύνορο, ούτε έλεγχος στη διακίνηση μεταξύ της ΚΔ και των ΒΒ. Δηλαδή, ο κάτοικος ή ο επισκέπτης αισθάνεται σαν να βρίσκεται οπουδήποτε αλλού στην Κύπρο, την ίδια στιγμή που οι περιοχές αυτές εξακολουθούν να διέπονται από στρατιωτικούς κανονισμούς και περιορισμούς, έχουν δικά τους δικαστήρια κ.λπ.
Λύση και μετά θέμα ΒΒ
Είναι ώρα να τεθεί θέμα Βάσεων στην Κύπρο; Μπορούν να τεθούν υπό επανεξέταση στο σημερινό διεθνές νομικό περιβάλλον; Με βάση το διεθνές δίκαιο, θεωρείτε ότι το καθεστώς των ΒΒ μπορεί να αμφισβητηθεί ή να επαναδιαπραγματευθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία (π.χ. μείωση του εδάφους των ΒΒ);
Για να τεθεί ουσιαστικά το ζήτημα των ΒΒ απαιτείται προσεκτική μελέτη, αλλά και ιδιαίτερα λεπτοί νομικοί και πολιτικοί χειρισμοί. Από τη μία πλευρά υπάρχει η νομική διάσταση, πως δηλαδή το καθεστώς των ΒΒ κατοχυρώνεται μέσα από Συνθήκη Εγκαθίδρυσης και πως μια πιθανή καταγγελία της συνθήκης, θα άνοιγε μία συζήτηση και θα επηρέαζε ενδεχομένως το διεθνές στάτους της ΚΔ. Νομικά θα μπορούσε να ζητηθεί μια Συμβουλευτική Γνωμοδότηση από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, μέσω της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, όπως στην περίπτωση των νησιών Τσάγκος. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η πολιτική διάσταση, καθώς το ζήτημα συνδέεται με το άλυτο Κυπριακό και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ζητήσει να εμπλακεί και η τουρκοκυπριακή κοινότητα, πιθανότατα και με παρότρυνση του ΗΒ, αφού αφορά αναθεώρηση μιας συνθήκης στην οποία είχε συμμετάσχει. Συνεπώς, παρότι το θέμα θα μπορούσε να τεθεί τώρα, είναι αρκετά σύνθετο και πρακτικά θα δημιουργήσει άλλα ζητήματα. Δύσκολα μπορεί να επιλυθεί ολοκληρωμένα και ουσιαστικά πριν από μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού.
«Νομιμοποίηση»
Μπορούμε να πούμε ότι η παρουσία των Βάσεων έχει νομιμοποιηθεί πολιτικά και νομικά;
Ναι, αυτό συμβαίνει σε κάποιο βαθμό. Νομιμοποίηση μέσα από σχέσεις συναλλαγής και αμοιβαίου οφέλους. Υπάρχει όμως και απονομιμοποίηση σε περιόδους κρίσεων, όπως στην παρούσα φάση. Δημιουργούνται με την πάροδο του χρόνου σχέσεις συμβίωσης αλλά και εξάρτησης μεταξύ των Βάσεων και τοπικών κοινωνιών. Οι κοινότητες που είναι εντός των ΒΒ ή γειτνιάζουν, ωφελούνται οικονομικά από την παρουσία των Βάσεων, μέσα από εργοδότηση, παροχή υπηρεσιών, κλπ. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Κύπρο. Ανά το παγκόσμιο αμφισβητούνται ή εδραιώνονται οι ξένες Βάσεις, αναλόγως των περιστάσεων και της ωφέλειας που προσφέρουν. Στο Τζιμπουτί, που είναι το κατεξοχήν κράτος των ξένων στρατιωτικών Βάσεων, το κράτος έχει σημαντικά οικονομικά και πολιτικά οφέλη από την παρουσία τους. Πέρα από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και την Ιταλία, Βάσεις έχει η Κίνα, η Ιαπωνία και η Σαουδική Αραβία. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλες αυτές οι Βάσεις συνυπάρχουν. Στην Κύπρο υπάρχει και μία άλλη διάσταση που αφορά περιοχές που υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν υπό κατοχή, όπως το Δασάκι της Άχνας που έτυχε να ήταν υπό βρετανική κυριαρχία το 1974, σε αντίθεση με το χωριό της Άχνας λίγο πιο πάνω, που δεν ήταν, και οι κάτοικοι εκτοπίσθηκαν. Άρα το θέμα της νομιμοποίησης ή όχι στην καθημερινότητα των τοπικών κοινοτήτων λειτουργεί ποικιλοτρόπως, αναλόγως με την περίπτωση και το συγκείμενο, τη βλάβη που επωμίζονται ή την ωφέλεια που λαμβάνουν.
Σενάρια
Αν ξεκινούσε σήμερα μία διεθνής συζήτηση για το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο, ποια θα ήταν τα βασικά σενάρια εξέλιξης;
Αν ξεκινούσε σήμερα μία διεθνής συζήτηση ένα πρώτο σενάριο θα ήταν η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος, με περιορισμένες πρακτικές προσαρμογές. Όπως για παράδειγμα, ένα ακόμη μνημόνιο συναντίληψης μεταξύ της ΚΔ και του ΗΒ, που θα ικανοποιούσε κάποιες διαχρονικές απαιτήσεις, όπως ανάπτυξη περιοχών ή/και κάποια θεσμική διαβούλευση σε σχέση με τη χρήση τους. Ένα δεύτερο σενάριο θα ήταν η σταδιακή αναθεώρηση του καθεστώτος με επιστροφή ορισμένων εδαφών ή μετατροπή μέρους αυτών, σε εγκαταστάσεις ευρωπαϊκής χρήσης, με εμπλοκή οργανισμών όπως η ΕΕ και ενδεχομένως του ΝΑΤΟ. Δύσκολο, αλλά όχι απίθανο σε μια περίοδο γεωπολιτικών μετατοπίσεων όπου η ύπαρξη Βάσεων σε στρατηγικούς κόμβους έχει αναβαθμισθεί. Τέλος, το πιο ριζικό σενάριο θα ήταν η πλήρης κατάργηση του καθεστώτος κυρίαρχων Βάσεων και η επιστροφή των εδαφών στην ΚΔ, και ενδεχομένως η μακροπρόθεσμη ενοικίασή τους όπως έχει συμβεί στην περίπτωση του Τσάγκος. Δεν το βλέπω αυτό να συμβαίνει πριν τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού, διότι θεωρώ ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έχει αξιώσεις επί των εδαφών στην περιοχή της Δεκέλειας όπου δεν υπάρχει νεκρή ζώνη, το οποίο περιπλέκει τα πράγματα και φυσικά διευκολύνει το ΗΒ.
_____________________
Πείραμα συμβίωσης τα χωριά της νεκρής ζώνης
Ο καθηγητής ερωτήθηκε και για τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός, η οποία λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως de facto σύνορο. Κληθείς να πει πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική αντίληψη τού Κυπριακού, ο Κώστας Μ. Κωνσταντίνου ανέφερε ότι «η λεγόμενη νεκρή ζώνη που διαμορφώθηκε μετά την τουρκική εισβολή, αρχικά τερμάτισε τις εχθροπραξίες και δημιούργησε ένα πλαίσιο σχετικής σταθερότητας μετά το 1974. Η σταθερότητα αυτή επέτρεψε την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των κοινοτήτων και την αποκατάσταση μιας καθημερινότητας και ομαλότητας μετά τον πόλεμο. Ωστόσο, ταυτόχρονα παγίωσε ένα ισχυρό τετελεσμένο στο έδαφος. Με την πάροδο του χρόνου, η ύπαρξη της γραμμής αυτής τείνει να κανονικοποιεί τη διαίρεση του νησιού. Έτσι ενισχύονται αντιλήψεις ότι το Κυπριακό είτε δεν μπορεί να λυθεί είτε ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια de facto και, υπό τις περιστάσεις, αποδεκτή λύση. Κατά την άποψή μου, η γραμμή διαίρεσης δημιουργεί αντιφατικά αισθήματα. Προσφέρει μία αίσθηση ασφάλειας, φοβούμενοι τι μπορεί να γίνει αν καταργηθεί ή σταματήσει να ελέγχεται η νεκρή ζώνη - π.χ. αν αποχωρήσουν τα Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) όπως μερικές φορές μας υπενθυμίζουν και μάλιστα πρόσφατα με τη συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας για ανανέωση ή πιθανή μη ανανέωση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ» συμπλήρωσε. Από την άλλη πλευρά, συνέχισε, «είναι μία συνεχιζόμενη πληγή και πηγή ανασφάλειας, λόγω των προβλημάτων που προκύπτουν στη διαχείρισή της».
Ποιος είναι ο ρόλος της ζώνης αυτής στη διατήρηση της ειρήνης αλλά και στη δημιουργία εντάσεων;
Η νεκρή ζώνη έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της ειρήνης. Πέραν της αποτροπής στρατιωτικών συγκρούσεων, αξιοποιείται από πολίτες ή οργανώσεις για δραστηριότητες συνεργασίας, όπως το Σπίτι της Συνεργασίας στη Λευκωσία, ενώ συζητούνται επίσης πρωτοβουλίες, όπως η δημιουργία κοινών φωτοβολταϊκών πάρκων ή δράσεις οικολογικής προστασίας. Ωστόσο δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός επίσημος χάρτης της ζώνης, γεγονός που δημιουργεί συχνά διαφωνίες για τα όρια και τη χρήση της. Οι διαφωνίες αυτές δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, αλλά συχνά προκύπτουν και μεταξύ των δύο πλευρών και της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Τα Ηνωμένα Έθνη καταγράφουν τακτικά παραβιάσεις της ζώνης και από τις δύο πλευρές. Επιπλέον, δεν υπάρχει μία γραπτή συμφωνία διαχείρισης της νεκρής ζώνης, αλλά βασικά μόνο ένα μνημόνιο των ΗΕ που λειτουργεί ως πρακτικό πλαίσιο εμπλοκής για τη διαχείριση περιστατικών και την επίλυση διαφορών. Κρίνοντας από τα προβλήματα που συχνά δημιουργούνται, π.χ. στη Δένεια και στην Πύλα, αυτή η κατάσταση δημιουργεί συνεχείς εντάσεις και δεν είναι βιώσιμη.
Μέτρα Μερικής Απονομής Δικαιοσύνης
Ποια μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) θα μπορούσαν να αλλάξουν τη δυναμική των διαπραγματεύσεων;
Δεν θεωρώ ότι ο όρος «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» αποδίδει πλέον την πραγματικότητα στο Κυπριακό. Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, η εμπιστοσύνη σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη. Βασικά όσοι επιθυμούν επαφή και συνεργασία την επιδιώκουν, ενώ άλλοι παραμένουν καχύποπτοι. Πρέπει και οι δύο προσεγγίσεις να τύχουν σεβασμού. Επιπλέον, η εμπιστοσύνη είναι εύθραυστη και μπορεί να καταρρεύσει εύκολα από ένα μόνο αρνητικό γεγονός. Γι’ αυτό, πέρα από τη ρητορική των ΜΟΕ, αυτό που βασικά χρειάζεται είναι «μέτρα μερικής απονομής δικαιοσύνης» για ανθρώπους που εδώ και δεκαετίες αναμένουν συγκεκριμένες και ουσιαστικές λύσεις, οι οποίες δεν έρχονται.
Τι εννοείτε;
Τα Μέτρα Μερικής Απονομής Δικαιοσύνης θα πρέπει να στοχεύουν στο να βελτιώνουν ουσιαστικά τη ζωή των ανθρώπων και να επιλύουν συγκεκριμένες μικρές πτυχές του Κυπριακού, αλλά σημαντικές για τους επηρεαζόμενους. Για παράδειγμα, πέρα από την προοπτική επιστροφής στην Αμμόχωστο, για την οποία υπάρχει σχετικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα μπορούσε να εξεταστεί η επιστροφή εγκαταλελειμμένων χωριών που σήμερα δεν κατοικούνται ή χρησιμοποιούνται από τον τουρκικό στρατό, όπως η Άχνα, ο Ασώματος και η Αγία Μαρίνα. Στις περιπτώσεις των μαρωνιτικών χωριών, η τουρκοκυπριακή κοινότητα είχε στο παρελθόν εκφράσει θετική στάση για πιθανή επιστροφή. Παράλληλα, θα μπορούσε να υπάρξει αντίστοιχη επιστροφή εγκαταλελειμμένων τουρκοκυπριακών χωριών στις ελεγχόμενες από την ΚΔ περιοχές, κάποια από τα οποία σήμερα βρίσκονται σε κατάσταση κατάρρευσης ή διασώζονται μόνο λίγα κτίσματα. Παραδείγματα αποτελούν ο Άγιος Σωζόμενος, ο Καταλιόντας και οι Άγιοι Ηλιόφωτοι - τα τελευταία δύο έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Άλλα τουρκοκυπριακά χωριά χρησιμοποιούνται ως κτηνοτροφικές φάρμες. Είναι προκλητικό το τι συμβαίνει και από τις δύο πλευρές, με επίκληση του άλυτου Κυπριακού. Τέτοιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρακτικά βήματα μερικής δικαιοσύνης και αποκατάστασης.
Μικρά αλλά σημαντικά βήματα
Μπορεί η σταδιακή επανακατοίκηση χωριών της νεκρής ζώνης να λειτουργήσει ως πείραμα συμβίωσης των δύο κοινοτήτων;
Η σταδιακή επανακατοίκηση χωριών της νεκρής ζώνης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ρεαλιστικό βήμα απονομής δικαιοσύνης για κοινότητες που εκτοπίστηκαν. Τα ελληνοκυπριακά χωριά Βαρίσια και Άγιος Νικόλαος Σόλεας, το μεικτό χωριό Άγιος Γεώργιος Σόλεας, και το τουρκοκυπριακό Πετροφάνι, θα μπορούσαν υπό σωστές προϋποθέσεις, να επανεγκατασταθούν. Θα ήταν μια σχετικά εύκολη διαδικασία στη βάση του πού βρίσκονται, σε περιοχές που ελέγχουν τα ΗΕ. Σε μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο η ΟΥΝΦΙΚΥΠ, η οποία έχει αποστολή να διευκολύνει την επιστροφή σε ομαλές συνθήκες όπου αυτό είναι εφικτό, στη βάση του Ψηφίσματος 186 (1964) του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η κοινότητα των Βαρισίων υπέβαλε σχετικό αίτημα προς τα Ηνωμένα Έθνη το 2019, αλλά η απάντηση ήταν ότι κάτι τέτοιο «δεν είναι δυνατό αυτή τη χρονική περίοδο». Έκτοτε, οι εκτοπισθέντες εξακολουθούν να περιμένουν, και κάποιος διερωτάται πότε άραγε είναι η σωστή χρονική περίοδος για επίλυση τέτοιων ανθρωπιστικών ζητημάτων. Την ίδια στιγμή, φαίνεται πως και από δικής μας πλευράς τα χωριά αυτά έχουν «ξεγραφτεί», αφού ακόμη και στην ιστοσελίδα της Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου αναγράφονται ως Κατεχόμενες Κοινότητες Λευκωσίας, παρότι βρίσκονται στη νεκρή ζώνη. Χρειάζεται να διεκδικήσουμε αυτά τα μικρά αλλά αυτονόητα και σημαντικά βήματα για ανθρώπους που περιμένουν πάνω από πενήντα χρόνια λύση.
Η συνεργασία έχει ιδιαίτερη σημασία
Πώς επηρεάζει η καθημερινή λειτουργία των οδοφραγμάτων την πολιτική αντίληψη των Κυπρίων για τη διαίρεση; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι τσιμεντώνεται η διχοτόμηση μέσα στο νου των ανθρώπων και των δύο κοινοτήτων (εκείνοι απ’ εκεί, εμείς απ’ εδώ, και να συνεργαζόμαστε).
Η λειτουργία των οδοφραγμάτων δεν τσιμεντώνει τη διχοτόμηση. Αντίθετα, η παγίωση της διαίρεσης προκύπτει κυρίως από τη μη λύση του Κυπριακού και ακόμη περισσότερο από την ύπαρξη κλειστών οδοφραγμάτων. Η δυνατότητα διακίνησης και επαφής μεταξύ των κοινοτήτων διατηρεί ζωντανή μία καθημερινή σχέση που διαφορετικά θα χανόταν. Η συνεργασία έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μία μελλοντική λύση, αν και όταν επιτευχθεί, θα χρειαστεί να εφαρμοστεί από τους ίδιους τους ανθρώπους. Σε αυτή τη διαδικασία, το κεκτημένο συνεργασίας μπορεί να λειτουργήσει ως θεμέλιο εφαρμογής της λύσης. Επιπλέον, δεν θεωρώ ότι η ανθρώπινη σκέψη λειτουργεί πάντοτε ή πρέπει να λειτουργεί μηχανικά, όπως «εκείνοι απ’ εκεί και εμείς απ’ εδώ». Στην ζωή κάνουμε υπερβάσεις και αναθεωρούμε απόψεις που είχαμε. Μέσα από τη διακίνηση στην «άλλη πλευρά», την αναγνώριση της κοινής φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού, της αγάπης και της φροντίδας για τους κοινούς χώρους, διευρύνεται η αντίληψη των ανθρώπων και καλλιεργείται μια πιο ώριμη κατανόηση για τη συνύπαρξη στο νησί και τις δυνατότητες συνολικής λύσης.
Μπορεί η διαχείριση των «μικρών» προβλημάτων να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια σταδιακή λύση του Κυπριακού;
Στην Κύπρο δεν κατέστη δυνατή μία συνολική διευθέτηση του εθνικού προβλήματος, αλλά υπήρξε επιτυχία στη διαχείριση της σύγκρουσης και στον μετασχηματισμό της σε μη βίαιη. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν δει κανείς τις παρατεταμένες συγκρούσεις που συνεχίζουν να προκαλούν βία και αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή και διεθνώς. Σε αυτό το πλαίσιο, υπάρχει η προοπτική μιας πιο σταδιακής προσέγγισης προς τη λύση του Κυπριακού, μέσα από την επίλυση συγκεκριμένων πτυχών και τη δημιουργία συνθηκών συνεργασίας. Μία τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει πρακτικές διπλωματίας που δεν καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική των μεγάλων «εθνικών στόχων», οι οποίοι συχνά συγκρούονται και παρατείνουν τις αντιπαραθέσεις. Χρειαζόμαστε παράλληλα με τους εθνικούς στόχους, πρακτικές που αναγνωρίζουν τα μικρά παράπλευρα προβλήματα, που προωθούν ήθος και διάθεση φροντίδας και, όπου είναι δυνατό, αποδίδουν δικαιοσύνη σε ανθρώπους που επηρεάζονται άμεσα από τη σύγκρουση.






