Μπροστά σε μια από τις πιο ρευστές και απρόβλεπτες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων δεκαετιών φαίνεται να βρίσκεται η Κύπρος, ενόψει των βουλευτικών εκλογών του ερχόμενου Μαΐου του 2026. Τα ευρήματα τριών διαφορετικών δημοσκοπήσεων, που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό των τηλεοπτικών σταθμών Αντένα και Σίγμα, καθώς και της εφημερίδας Πολίτης, μέχρι τα μέσα Μαρτίου καταδεικνύουν μια βαθιά μετατόπιση του εκλογικού σώματος.
Η σύγκριση με τα επίσημα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του 2021 αποκαλύπτει όχι απλώς φθορά, αλλά ανατροπή ισορροπιών.
Από την κυριαρχία στη συρρίκνωση
Το 2021, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ συγκέντρωσαν μαζί το 50% των ψήφων. Ο ΔΗΣΥ κατέγραψε 27,8% και το ΑΚΕΛ 22,2%, επιβεβαιώνοντας τον διαχρονικό δικομματικό πυρήνα του συστήματος. Σήμερα, με βάση τις δημοσκοπήσεις, τα δύο κόμματα κινούνται μεταξύ 14% και 17%. Η πτώση δεν είναι απλώς αριθμητική. Είναι δομική.
Πρόκειται για απώλεια που εκ πρώτης όψεως ξεπερνά τις 10 ποσοστιαίες μονάδες για τον ΔΗΣΥ και περίπου 5 για το ΑΚΕΛ, χωρίς να διαφαίνεται δυναμική ανάκαμψης σε σχέση με τα αποτελέσματα του 2021. Αντίθετα, καταγράφεται μια νέα «οροφή» επιρροής, αισθητά χαμηλότερη από το παρελθόν, η οποία βέβαια θα μπορούσε να είναι αρκετά πιο ψηλή, αν τα δύο μεγάλα κόμματα καταφέρουν να κερδίσουν, έστω αναλογικά, μέρος των αναποφάσιστων που ξεπερνούν το 25%. Σε τέτοια περίπτωση, ο ΔΗΣΥ ίσως κυμανθεί πέριξ του 22-23% και το ΑΚΕΛ 21-22%.
ΕΛΑΜ: Από περιθώριο σε σταθερό πόλο
Ένα καθαρό μήνυμα αλλαγής έρχεται από την πορεία του ΕΛΑΜ. Το 2021 κατέγραψε 6,76%. Σήμερα κινείται κοντά ή και πάνω από το 10%. Η άνοδος είναι σταθερή και διακομματική ως προς την προέλευση των ψηφοφόρων. Το ΕΛΑΜ δεν είναι πλέον απλώς ένα κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ένας σταθερός τρίτος πόλος με δυνατότητα διψήφιου ποσοστού. Η μεγάλη του αδυναμία είναι βέβαια η μονοθεματικότητα του στο Μεταναστευτικό, την οποία βέβαια η Κυβέρνηση αποφεύγει να θίξει αδειάζοντας το, αφού θεωρεί ότι το ακροδεξιό αυτό κόμμα θα είναι ο βασικός της σύμμαχος στις προεδρικές του 2028.
Αναδιάταξη στον ενδιάμεσο χώρο
Το ΔΗΚΟ, που το 2021 είχε 11,3%, εμφανίζεται σήμερα να κινείται σχεδόν στο μισό αυτής της δύναμης, μεταξύ 6,8% και 8%, αν και στις τελευταίες μετρήσεις δείχνει τάση ανάκαμψης. Την ίδια ώρα, νέοι σχηματισμοί όπως το ΑΛΜΑ, καταγράφουν 7-9% (απειλώντας στην τρίτη θέση ακόμα και το ΕΛΑΜ), και η Άμεση Δημοκρατία με 6-8% απορροφώντας μέρος της δυσαρέσκειας που εκδηλώνεται προς τα παραδοσιακά κόμματα του κέντρου. Η εικόνα δείχνει καθαρά ότι ο ενδιάμεσος χώρος δεν συρρικνώνεται απλώς, αλλά ανασυντίθεται με ιστορικά κόμματα, όπως η ΕΔΕΚ, να βρίσκονται στο όριο. Η ΕΔΕΚ από το 6,7% κινείται πλέον σε επίπεδα κοντά στο 1% με 2%, γεγονός που την φέρνει αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο εξόδου από τη Βουλή. Οι Οικολόγοι, από 4,4%, επίσης εμφανίζονται αποδυναμωμένοι. Αντίθετα, το Volt φαίνεται να αποκτά δυναμική εισόδου, με ποσοστά πολύ κοντά στο όριο.
Οι αναποφάσιστοι
Το πιο καθοριστικό στοιχείο των δημοσκοπήσεων είναι το ποσοστό των αναποφάσιστων, που φτάνει έως και το 25%. Δηλαδή ένας στους τέσσερις δεν έχει ακόμα αποφασίσει. Σε σύγκριση με το 2021, όπου η εκλογική συμπεριφορά ήταν πιο «κλειδωμένη», σήμερα το εκλογικό σώμα εμφανίζεται πολύ πιο ρευστό και απρόβλεπτο.
Αυτό σημαίνει ότι:
- Το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να διαφοροποιηθεί αισθητά
- Η σειρά κατάταξης κομμάτων δεν είναι δεδομένη
- Η είσοδος ή μη κομμάτων στη Βουλή θα κριθεί κυριολεκτικά στο νήμα
Προς Βουλή πολλών κομμάτων
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η επόμενη Βουλή φαίνεται ότι θα σχηματισθεί από έξι, με ισχυρή πιθανότητα λόγω ανόδου του Volt, επτά κομμάτων.
Σίγουρη θεωρείται η παρουσία:
- ΔΗΣΥ
- ΑΚΕΛ
- ΕΛΑΜ
- ΔΗΚΟ
- ΑΛΜΑ
- Άμεση Δημοκρατία
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά:
• Το Volt, που φαίνεται να πλησιάζει το όριο
• Την ΕΔΕΚ, που κινείται οριακά ή εκτός
Σε κάθε περίπτωση, η Βουλή του 2026 θα είναι εξίσου κατακερματισμένη με εκείνη του 2021.
Το τέλος του δικομματισμού
Το πιο ουσιαστικό πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι το μοντέλο του δικομματισμού, όπως λειτούργησε τις τελευταίες δεκαετίες, φαίνεται να ολοκληρώνει τον κύκλο του.
Από ένα σύστημα όπου δύο κόμματα κυριαρχούσαν, (στις εκλογές του 2016 είχαν μαζί 67%), η Κύπρος μεταβαίνει σε ένα πολυκομματικό τοπίο με πολλαπλά κέντρα ισχύος.
Οι μετακινήσεις ψηφοφόρων προς το ΕΛΑΜ, το ΑΛΜΑ και μικρότερα κόμματα, αλλά και το υψηλό ποσοστό αναποφάσιστων, καταδεικνύουν ότι η ψήφος αποσυνδέεται από τη σταθερή κομματική ταυτότητα. Οι πολίτες εμφανίζονται πιο επιλεκτικοί, πιο αποστασιοποιημένοι και πιο πρόθυμοι να αλλάξουν επιλογή.
Δύσκολη η επόμενη ημέρα
Η εικόνα αυτή προμηνύει μια Βουλή με αυξημένη πολυφωνία, αλλά και αυξημένη δυσκολία στη λήψη αποφάσεων. Οι συνεργασίες θα είναι πιο σύνθετες, οι πλειοψηφίες πιο εύθραυστες και ο ρόλος των μικρότερων κομμάτων πιο καθοριστικός από ποτέ.
Οι βουλευτικές εκλογές του Μαΐου δεν θα είναι απλώς μια εκλογική αναμέτρηση. Θα αποτελέσουν ένα σημείο καμπής για το κυπριακό πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα δεν θα καθορίσει μόνο τη σύνθεση της Βουλής, αλλά και τη μορφή που θα λάβει το πολιτικό σκηνικό τα επόμενα χρόνια. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.
ΤΙ σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι θα σημάνει το τέλος των «εύκολων» πλειοψηφιών. Μέχρι σήμερα, με ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ ισχυρά, μπορούσαν να διαμορφώνονται πλειοψηφίες σχετικά προβλέψιμες, αφού υπήρχε ένας άξονας γύρω από τον οποίο κινούνταν οι αποφάσεις. Με 6 ή 7 μεσαία κόμματα από 2-13 έδρες, γίνεται αντιληπτό ότι καμία δύναμη δεν θα μπορεί να επιβάλλεται, ότι κάθε νομοσχέδιο θα απαιτεί διαπραγμάτευση και ότι θα αυξηθούν οι «ευκαιριακές συμμαχίες».
Αν επιβεβαιωθούν τα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, τότε τα μικρομεσαία κόμματα θα αποκτήσουν δυσανάλογη επιρροή, αφού στην πράξη θα μπορούν να «κρίνουν» ψηφοφορίες, θα διαπραγματεύονται ανταλλάγματα, θα επηρεάζουν την πολιτική ατζέντα πέρα από το μέγεθός τους και ίσως οδηγήσουν εντός της Βουλής σε περισσότερες συγκρούσεις, σε καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων και στην δημιουργία πρόσθετων δυσκολιών σε μεταρρυθμίσεις. Ειδικά σε κρίσιμα θέματα (οικονομία, μεταρρυθμίσεις, Κυπριακό), οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με μεγάλη δυσκολία. Από την άλλη, μπορεί να προκύψουν και κάποια θετικά. Από ένα σύστημα συγκεντρωτικό με λίγους ισχυρούς παίκτες, πάμε σε ένα σύστημα πολυκεντρικό με κατανεμημένη ισχύ, όπου «κανείς δεν κυβερνά μόνος. Τέτοια συστήματα βέβαια έχουν ανάγκη σχηματισμών με πολιτική ωριμότητα.







