Η τιμή της βενζίνης στην Κύπρο έχει καταστεί πλέον ένας από τους πιο αξιόπιστους «δείκτες» της καθημερινής οικονομικής πίεσης που υφίστανται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις. Όσο κι αν η εκάστοτε κυβερνητική ρητορική επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας ή ελέγχου, η πραγματικότητα των αριθμών στις αντλίες είναι αμείλικτη, με τις τιμές να ακολουθούν την ανιούσα με μια λογική «σταθερότητας», όπως συνήθως σημειώνεται.
Η συνεχιζόμενη κατά διαστήματα αστάθεια στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με την άνοδο του διεθνούς πετρελαίου άνω των 90 δολαρίων το βαρέλι, δημιουργεί σοβαρή οικονομική δυστοκία σε σχέση με την τιμή των καυσίμων, με την αμόλυβδη 95 να αγγίζει τα €1,602 το λίτρο και το πετρέλαιο κίνησης να εκτοξεύεται στα €1,856. Σε αυτό το περιβάλλον, η επικείμενη λήξη του μέτρου μειωμένου ειδικού φόρου κατανάλωσης στις 17 Σεπτεμβρίου καθιστά την κρατική παρέμβαση ακόμη μια φορά επιβεβλημένη.
Η πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να καταθέσει νομοσχέδιο για παράταση της ελάφρυνσης των 8,33 σεντ ανά λίτρο μέχρι το τέλος Νοεμβρίου αποτελεί μια αναγκαία, πλην όμως προσωρινή, «ανάσα». Εάν το νομοσχέδιο δεν εγκριθεί εγκαίρως από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή, η αυτόματη αύξηση των τιμών απειλεί να σπρώξει τα καύσιμα ακόμα και προς το εφιαλτικό σενάριο των 2 ευρώ το λίτρο.
Ωστόσο, δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε. Η παράταση της επιδότησης είναι απλώς ελάχιστη θετική ανάσα σε ένα χρόνιο πρόβλημα. Πέραν του 50% της τελικής τιμής των καυσίμων αποτελείται από φορολογία (ειδικός φόρος κατανάλωσης και ΦΠΑ). Παρά το γεγονός ότι η Δημοκρατία εξαντλεί τα κατώτατα όρια που επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, το κράτος συνεχίζει να εισπράττει αυξημένα έσοδα μέσω του ΦΠΑ όσο αυξάνεται η βασική τιμή του προϊόντος.
Το ζήτημα των καυσίμων δεν λειτουργεί μεμονωμένα. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη συνολική, ελλειμματική ενεργειακή πολιτική της χώρας. Η καθυστέρηση στην έλευση φυσικού αερίου, η ανεπαρκής διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτρική παραγωγή χωρίς αποτελεσματική αποθήκευση και τα βαριά πρόστιμα για τους ρύπους διοξειδίου του άνθρακα μετακυλίονται απευθείας στον καταναλωτή, εκτοξεύοντας την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.






