Σε 7.889 ευρώ ανήλθε στην Κύπρο το 2024 το μέσο ποσό αποζημίωσης ανά εγκεκριμένο αίτημα διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης που δεν απαιτούσε προηγούμενη έγκριση, το υψηλότερο μεταξύ των χωρών για τις οποίες παρατίθενται σχετικά στοιχεία, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα από την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS).
Η μελέτη, με τίτλο «Εκσυγχρονισμένοι κανόνες για τα δικαιώματα των ασθενών στη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη», εξετάζει την εφαρμογή της Οδηγίας 2011/24/ΕΕ και προτείνει επιλογές για τη βελτίωση της πρόσβασης των ασθενών σε υπηρεσίες υγείας σε άλλα κράτη μέλη.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το μέσο κόστος ανά εγκεκριμένο αίτημα χωρίς προηγούμενη έγκριση στην ΕΕ το 2024 ήταν 1.351 ευρώ, με σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Τα ποσά κυμαίνονταν από 68 ευρώ στην Πορτογαλία έως 7.889 ευρώ στην Κύπρο, ενώ 18 από τις 24 χώρες που παρείχαν στοιχεία βρίσκονταν κάτω από τον μέσο όρο.
Η Κύπρος συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες που δεν εφαρμόζουν σύστημα προηγούμενης έγκρισης για διασυνοριακή περίθαλψη. Όπως αναφέρεται στη μελέτη, η Κύπρος κατάργησε το σχετικό σύστημα το 2018 μετά την υιοθέτηση νέας εθνικής νομοθεσίας.
Χωρίς σύστημα προηγούμενης έγκρισης ήταν επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024, η Τσεχία, η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Ολλανδία, η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία.
Η μελέτη καταγράφει, ωστόσο, χαμηλή γεωγραφική κάλυψη της Κύπρου από τα Ευρωπαϊκά Δίκτυα Αναφοράς, τα οποία συνδέουν εξειδικευμένα κέντρα για σπάνιες και σύνθετες ασθένειες. Η Κύπρος αναφέρεται, μαζί με τη Βουλγαρία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία, μεταξύ των χωρών με χαμηλότερη κάλυψη από τα συγκεκριμένα δίκτυα.
Σε επίπεδο ΕΕ, η μελέτη διαπιστώνει ότι το νομικό πλαίσιο για τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη εξακολουθεί να είναι σχετικό, αλλά παραμένει σημαντικό χάσμα μεταξύ των δικαιωμάτων που προβλέπονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία και της δυνατότητας των ασθενών να τα ασκήσουν στην πράξη.
Σύμφωνα με την EPRS, η διασυνοριακή περίθαλψη παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερή την περίοδο 2016-2024, με περίπου 330.000 έως 350.000 περιπτώσεις ετησίως, εξαιρουμένης της περιόδου της πανδημίας και λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών στα διαθέσιμα στοιχεία.
Ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά χαμηλότερος από τις περίπου 780.000 περιπτώσεις ετησίως που είχαν προβλεφθεί στην αρχική εκτίμηση επιπτώσεων του 2008.
Η μελέτη αποδίδει τη διαφορά τόσο σε εμπόδια στην εφαρμογή του πλαισίου όσο και στο γεγονός ότι οι ασθενείς εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να ταξιδέψουν σε άλλη χώρα για θεραπεία από όσο είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Παράλληλα, τα διαθέσιμα στοιχεία από 12 κράτη μέλη δείχνουν αύξηση του κόστους αποζημιώσεων από περίπου 10 εκατ. ευρώ το 2016 σε 23 εκατ. ευρώ το 2024.
Εμπόδια στην άσκηση των δικαιωμάτων
Μεταξύ των βασικών προβλημάτων που εντοπίζει η μελέτη είναι η περιορισμένη ενημέρωση των πολιτών για τα δικαιώματά τους, οι διαφορετικές και συχνά περίπλοκες διαδικασίες αποζημίωσης, οι απαιτήσεις προηγούμενης έγκρισης σε ορισμένα κράτη μέλη και η ανάγκη προπληρωμής του κόστους της περίθαλψης.
Σύμφωνα με τη μελέτη, σε δημόσια διαβούλευση του 2022 μόλις το 20% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι αισθανόταν καλά ενημερωμένο για τα δικαιώματά του βάσει της Οδηγίας.
Πρόσθετα εμπόδια αποτελούν οι απαιτήσεις για εκτενή δικαιολογητικά, οι μεταφράσεις εγγράφων, οι γλωσσικές δυσκολίες και η αβεβαιότητα ως προς το ύψος και τον χρόνο καταβολής των αποζημιώσεων.
Η μελέτη αναφέρει ότι οι διαδικασίες αποζημίωσης παραμένουν διαφορετικές μεταξύ των κρατών μελών. Το 2024 ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης αιτημάτων αποζημίωσης για περίθαλψη χωρίς προηγούμενη έγκριση ήταν περίπου 69 ημέρες, ενώ τα αιτήματα προηγούμενης έγκρισης χρειάζονταν κατά μέσο όρο περίπου 19 ημέρες.
Οδικός χάρτης σε τρεις πυλώνες
Η μελέτη προτείνει οδικό χάρτη για δράση σε επίπεδο ΕΕ, οργανωμένο γύρω από τρεις βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος αφορά τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ασθενών στη διασυνοριακή περίθαλψη, με σαφέστερη ενημέρωση, μεγαλύτερη διαφάνεια στις αποζημιώσεις, μείωση των οικονομικών εμποδίων για ευάλωτους ασθενείς και ενίσχυση των μηχανισμών υποβολής παραπόνων και προσφυγών.
Ο δεύτερος επικεντρώνεται στη βελτίωση της παροχής διασυνοριακής περίθαλψης μέσω σαφέστερου πλαισίου για την τηλεϊατρική και μεγαλύτερης ενσωμάτωσης των Ευρωπαϊκών Δικτύων Αναφοράς στα εθνικά συστήματα υγείας.
Ο τρίτος αφορά στη δημιουργία περισσότερο διαλειτουργικών ψηφιακών συστημάτων, με αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Χώρου Δεδομένων Υγείας, του MyHealth@EU και κοινών εργαλείων για την ανταλλαγή ιατρικών δεδομένων και ηλεκτρονικών συνταγών.
Η μελέτη προτείνει συνολικά οκτώ επιλογές πολιτικής, μεταξύ των οποίων τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σημείου πληροφόρησης για τη διασυνοριακή περίθαλψη, ελάχιστα κοινά διαδικαστικά πρότυπα για αποζημιώσεις και προηγούμενες εγκρίσεις, μεγαλύτερη ψηφιοποίηση των διαδικασιών και ενίσχυση της τηλεϊατρικής.
Προτείνει επίσης να εξεταστεί ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης για ευάλωτους ασθενείς που δυσκολεύονται να καλύψουν εκ των προτέρων το κόστος περίθαλψης σε άλλη χώρα, καθώς και έξοδα ταξιδιού και διαμονής.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι προτεινόμενες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να μειώσουν τον διοικητικό και οικονομικό φόρτο για τους ασθενείς και να βελτιώσουν τη συνέχεια της περίθαλψης, χωρίς να μεταβάλλουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών για την οργάνωση και παροχή των υπηρεσιών υγείας.
Πηγή: ΚΥΠΕ






