Ασθενείς φτάνουν σε νοσοκομεία και ιατρεία με παρενέργειες από «θεραπείες» και με άγνωστα, χωρίς επιγραφή σκευάσματα στα χέρια. Επεμβατικές ιατρικές πράξεις διενεργούνται σε ακατάλληλους και ανεπαρκώς εξοπλισμένους χώρους, από γιατρούς χωρίς τη σχετική ειδικότητα ή ακόμη και από ανθρώπους που δεν είναι γιατροί. Η απάντηση του Υπουργείου Υγείας και των αρμόδιων αρχών είναι να καλούν τους πολίτες να καταγγέλλουν τέτοιες πρακτικές. Το πρόβλημα, όμως, δεν αρχίζει και τελειώνει στη σιωπή των πολιτών. Ακόμη και όταν οι καταγγελίες γίνονται, είτε χάνονται στον λαβύρινθο των υπηρεσιών για λόγους «μη επαρκούς μαρτυρίας», είτε σέρνονται για χρόνια μέχρι να υπάρξει κατάληξη. Κάποιοι πολίτες καταγγέλλουν. Το ερώτημα είναι τι κάνουν μετά οι αρμόδιοι φορείς και πόσο γρήγορα λειτουργούν τα αντανακλαστικά τους, προκειμένου να μην αφήσουν άλλους ασθενείς εκτεθειμένους.
Φάρμακα αμφιβόλου ποιότητας
Τη σοβαρότητα όσων συμβαίνουν περιέγραψε ο πνευμονολόγος και πρόεδρος της Πνευμονολογικής Εταιρείας Κύπρου, Χάρης Αρμεύτης. Όπως ανέφερε, στα ιατρεία φτάνουν ασθενείς με παρενέργειες από προηγούμενες «θεραπείες». Όταν οι γιατροί τούς ρωτούν τι θεραπεία ακολούθησαν ή ποιο φάρμακο έλαβαν, εκείνοι παρουσιάζουν σκευάσματα άγνωστα ακόμη και στην ιατρική κοινότητα, χωρίς επιγραφή, χωρίς αναφορά στη σύσταση ή στην προέλευσή τους. Οι γιατροί καλούνται έτσι να αντιμετωπίσουν τις επιπλοκές χωρίς να γνωρίζουν τι ακριβώς χορηγήθηκε στον ασθενή. Δεν μπορούν, συνεπώς, να γνωρίζουν ούτε τις ουσίες που περιέχει το σκεύασμα ούτε τις πιθανές παρενέργειες ή αλληλεπιδράσεις του με άλλα φάρμακα.
Ο κ. Αρμεύτης έθεσε και το ζήτημα των χώρων στους οποίους πραγματοποιούνται επεμβατικές ιατρικές πράξεις. Περιέγραψε περιπτώσεις υποστατικών σε ορόφους κτηρίων όπου δεν υπάρχει ανελκυστήρας, ή όπου ο ανελκυστήρας είναι τόσο μικρός ώστε να μη χωρά φορείο. Έφτασε, μάλιστα, να αναφερθεί σε ασθενή ο οποίος, έπειτα από ανακοπή, χρειάστηκε να κατέβει με τροχοκάθισμα. «Αυτά τα πράγματα είναι τραγικά να τα λέμε, αλλά συμβαίνουν», τόνισε. Κατά τον ίδιο, κάθε γιατρός οφείλει να ασκεί την ιατρική εντός των ορίων της ειδικότητάς του και στη βάση των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών. Όταν αρχίζει να αναπτύσσει δικές του θεωρίες και πρακτικές, σημείωσε, εισέρχεται πλέον στο πεδίο του «τσαρλατανισμού».
Δύο καταγγελίες μετά
Η προτροπή προς τους πολίτες να καταγγέλλουν θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της λύσης, εάν συνοδευόταν από έγκαιρη διερεύνηση και ουσιαστικά μέτρα. Το ιστορικό συγκεκριμένου κέντρου, για το οποίο είχε γράψει πρώτος ο «Π» την περασμένη εβδομάδα με αφορμή την υπόθεση Γιώργου Μαζωνάκη και τη διενέργεια πλασμαφαιρέσεων σε μη εγκεκριμένους χώρους και στην Κύπρο, αναδεικνύει ωστόσο τα όρια αυτής της προσέγγισης.
Η πρώτη καταγγελία υποβλήθηκε το 2022, και συγκεκριμένα τον Ιούλιο, μετά τη δημοσιοποίηση έρευνας βρετανικών μέσων ενημέρωσης για θεραπείες που προσφέρονταν στην Κύπρο. Λειτουργοί του Υπουργείου Υγείας πραγματοποίησαν επιτόπιους ελέγχους και η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Το κέντρο συνέχισε να λειτουργεί και να κάνει πλασμαφαιρέσεις.
Ακολούθησε, το 2023, δεύτερη καταγγελία, η οποία αφορούσε ασθενή που φέρεται να παρουσίασε σοβαρές επιπλοκές μετά τη θεραπεία. Το Υπουργείο Υγείας απέστειλε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους επιστολή στην Αστυνομία, ζητώντας τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο φάκελος διαβιβάστηκε ακολούθως στη Νομική Υπηρεσία, χωρίς ωστόσο να προκύψει ποινική δίωξη, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία.
Ο φάκελος διαβιβάστηκε ακολούθως στη Νομική Υπηρεσία, χωρίς ωστόσο να προκύψει ποινική δίωξη, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία.
Η δραστηριότητα, όμως, δεν σταμάτησε. Το ίδιο κέντρο εξακολουθεί να λειτουργεί σήμερα με διαφορετική επωνυμία και να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των καταγγελιών. Τόσο στην ιστοσελίδα όσο και στους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαφημίζει μέχρι σήμερα την πλασμαφαίρεση ως θεραπευτική επιλογή για ασθενείς με Long COVID, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη χρήση δεν αποτελεί επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπεία για τη νόσο.
Τέσσερα χρόνια ως «ειδικές»
Δεν είναι η μοναδική περίπτωση στην οποία μια καταγγελία χρειάστηκε χρόνια για να οδηγήσει σε ουσιαστικά μέτρα. Ο εκπρόσωπος Τύπου της Ομοσπονδίας Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου, Δημήτρης Λαμπριανίδης, υπενθύμισε την υπόθεση των δύο Λευκορωσίδων γιατρών, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί ως ειδικές Γενικής Ιατρικής στη βάση πιστοποιητικών που παρουσίαζαν ότι είχαν ολοκληρώσει τετραετή μεταπτυχιακή εκπαίδευση στη Λευκορωσία.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε το 2018, έπειτα από καταγγελία που αμφισβητούσε την εγκυρότητα των στοιχείων τα οποία είχαν καταθέσει για την αναγνώριση της ειδικότητάς τους. Το 2020 το Διοικητικό Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Ιατρικού Συμβουλίου Κύπρου για ανάκληση της αναγνώρισης. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν συνολικά τέσσερα χρόνια από την καταγγελία μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει, το 2022, την έφεσή τους και να καταστήσει οριστική την απώλεια της ειδικότητας. Μέχρι να γίνει αυτό οι δύο γιατροί εξακολουθούσαν να ασκούν μια ειδικότητα την οποία δεν είχαν, με ανυποψίαστους πολίτες να απευθύνονται καθημερινά κοντά τους για θεραπεία.
Ακολούθησαν ακόμη τέσσερα χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί η πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του ΠΙΣ και να επιβληθεί εξαετής αναστολή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Για οκτώ χρόνια, επομένως, η καταγγελία βρισκόταν ενώπιον των αρμόδιων θεσμών.
Θέμα αυστηρότερων ποινών
Ο κ. Λαμπριανίδης αναγνώρισε ότι οι πολίτες έχουν ευθύνη να καταγγέλλουν κάθε επικίνδυνη ή ύποπτη πρακτική που υποπίπτει στην αντίληψή τους. Ξεκαθάρισε, όμως, ότι η κύρια ευθύνη για την προστασία τους ανήκει στην Πολιτεία. Όπως ανέφερε, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ασθενών που υπέστησαν σοβαρές βλάβες από θεραπείες ή μηχανήματα τα οποία δεν ενδείκνυνταν για την πάθησή τους, από ιατρικές πράξεις σε ανεπαρκώς εξοπλισμένους χώρους ή από πρόσωπα που δεν διέθεταν την απαιτούμενη εκπαίδευση και εξειδίκευση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πρόσθεσε, οι άνθρωποι που παρείχαν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες δεν ήταν καν γιατροί. Για τον λόγο αυτό ζήτησε αλλαγές στη νομοθεσία, ώστε οι ποινές που επιβάλλονται σε γιατρούς, κέντρα ή ακόμη και νοσηλευτήρια, τα οποία παραβιάζουν τους κανόνες, να είναι αυστηρές και πραγματικά αποτρεπτικές.






