Ένα νέο, επιβλητικό και εντυπωσιακό κτήριο βρίσκεται στα σκαριά και αναμένεται ότι θα ανεγερθεί τα επόμενα χρόνια στη Λεμεσό. Πρόκειται για άλλο ένα πύργο, ύψους σχεδόν 100 μέτρα (93) με 24 ορόφους, θα κτιστεί ακριβώς δίπλα από ένα ήδη πολύ γνωστό και σχετικά σύγχρονο κτηρίο της Λεμεσού, το οποίο δεν αναμένεται να επηρεαστεί. Το νέο κτήριο αναμένεται ότι θα είναι τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας «Interorient Shipmanagement» και θα ανεγερθεί ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου βρίσκονται και σήμερα τα γραφεία της εταιρείας σε διπλανό τεμάχιο, δηλαδή στα φώτα τροχαίας του νέου λιμανιού Λεμεσού στην περιοχή Τσιφλικούδια. Το έργο χωροθετείται σε μια περιοχή όπου τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά τα ψηλά κτήρια, ενώ γειτνιάζει άμεσα με την Ακταία Οδό.


Ο νέος πύργος θα έχει γραφειακή χρήση, ενώ θα περιλαμβάνει υπόγειους και άλλους χώρους στάθμευσης, γυμναστήριο αλλά και καφετέρια για αποκλειστική χρήση από τους υπαλλήλους της εταιρείας. Μετά το πέρας των εργασιών, αναμένεται ότι θα εργάζονται στο κτήριο περί τα 600 άτομα. Το όλο πρότζεκτ κοστολογείται αυτή την περίοδο περίπου 50.000.000 ευρώ και σύμφωνα με τους αρχιτέκτονες του έργου αφού αδειοδοτηθεί, θα χρειαστούν συνολικά 34 μήνες για την ανέγερση του κτηρίου και την ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών. Το συνολικό προτεινόμενο εμβαδόν δόμησης ανέρχεται σε 10.185,1m², ενώ θα υπάρχουν και συνολικά τρεις υπόγειοι χώροι στάθμευσης με 1634 m², ο καθένας.
Οι εργασίες κατασκευής του προτεινόμενου έργου περιλαμβάνουν την κατεδάφιση υφιστάμενου κτηρίου, το οποίο αποτελείται από υπόγειο επίπεδο συνολικής έκτασης 1.716 m² και ισόγειο επίπεδο έκτασης 40 m², που βρίσκεται στο πίσω μέρος του υφιστάμενου κτηρίου της ναυτιλιακής εταιρείας.


Όπως καταγράφεται στην περιβαλλοντική μελέτη που έχει κατατεθεί για την αδειοδότηση του κτηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο του τεμαχίου, τον προσανατολισμό του σε σχέση με το υφιστάμενο κτήριο, καθώς και τον σημαντικό υπολειπόμενο συντελεστή δόμησης, ο σχεδιασμός της προτεινόμενης ανάπτυξης επικεντρώνεται στη βελτιστοποίηση των οπτικών και των χωρικών συνθηκών. Η κύρια σχεδιαστική προσέγγιση αφορά την ανύψωση του νέου προτεινόμενου όγκου, με στόχο την εξασφάλιση ανεμπόδιστων και εκτεταμένων οπτικών, τόσο για το νέο όσο και για το υφιστάμενο κτήριο. Για την ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας, προβλέπεται επίσης η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών πλαισίων, για την κάλυψη του 25% των ενεργειακών αναγκών της γραφειακής ανάπτυξης από ανανεώσιμες πηγές.
Τέλος, σύμφωνα με τους αρχιτέκτονες μελετητές, ενσωματώνονται συστήματα σκίασης προσαρμοσμένα στον προσανατολισμό του κτηρίου, συμβάλλοντας στη βελτίωση των μικροκλιματικών συνθηκών και στη διαμόρφωση ενός πιο ολοκληρωμένου βιοκλιματικού σχεδιασμού για τους χώρους γραφείων.







