Με επτά συνολικά περιπτώσεις ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων συνδέει τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη η ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για τα αποτελέσματα της έρευνας αναφορικά με το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη «Κράτος Μαφία». Σύμφωνα με τον αναλυτικό πίνακα της Αρχής, στον κ. Αναστασιάδη καταλογίζονται – πάντοτε στο επίπεδο των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών και στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων – τρεις περιπτώσεις εμπορίας επηρεασμού, μία περίπτωση κατάχρησης εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος και τρεις περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας σε βαθμό πλημμελήματος ή απόπειρας διάπραξης ποινικού αδικήματος.
Η Αρχή, πάντως, υπενθυμίζει ρητά ότι η διαδικασία της δεν ισοδυναμεί με ποινική καταδίκη. Το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόστηκε ήταν το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» και όχι η απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ τονίζεται ότι τελικός κριτής για την ενοχή οποιουδήποτε προσώπου είναι το Δικαστήριο. Η Έκθεση και το μαρτυρικό υλικό θα διαβιβαστούν στον Γενικό Εισαγγελέα, ενώ ζητήματα φορολογικής φύσεως θα αποσταλούν στον Έφορο Φορολογίας.
Focus: Δεν τεκμηριώθηκαν τα €550.000, αλλά προκύπτει θέμα κατάχρησης εξουσίας
Σε σχέση με την υπόθεση Focus, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης δεν εντόπισαν μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι ποσό €450.000 κατέληξε σε προσωπικούς λογαριασμούς του Νίκου Αναστασιάδη. Αντίθετα, κατέληξαν ότι το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη εξόδων αεροπορικών εισιτηρίων ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ στις προεδρικές εκλογές του 2008. Δεν εντόπισαν επίσης επαρκή μαρτυρία ότι άλλο ποσό, ύψους €100.000, κατέληξε σε προσωπικό λογαριασμό του τέως Προέδρου ή ότι το δικηγορικό του γραφείο εξέδωσε αναδρομικά τιμολόγιο για να δικαιολογηθεί η είσπραξη.
Παρά τα πιο πάνω, η Αρχή υιοθετεί εύρημα ότι προκύπτει ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας από τον κ. Αναστασιάδη. Το εύρημα στηρίζεται στη μαρτυρία ότι, ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης Focus βρισκόταν σε εξέλιξη, ο τέως Πρόεδρος συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας και ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων. Κατά την Αρχή, η μαρτυρία περί πιθανού προσωπικού ή πολιτικού οφέλους από τον τερματισμό μιας έρευνας που θα μπορούσε να αποκαλύψει εμπλοκή του στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για τον ΔΗΣΥ, στοιχειοθετεί ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος.
Οι «μίζες από τις τράπεζες» και τα €250.000
Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το κεφάλαιο που αφορά τις τραπεζικές προμήθειες. Η Αρχή καταγράφει ότι το δικηγορικό γραφείο Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι ήταν από τους μεγαλύτερους διαμεσολαβητές της Τράπεζας Κύπρου και λάμβανε σημαντικά ποσά ως προμήθειες. Παρά τον ισχυρισμό ότι ο κ. Αναστασιάδης ήταν «σιωπηλός συνέταιρος», οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν πως έγγραφα του συνεταιρισμού και του Εφόρου Εταιρειών καταδεικνύουν ότι μέχρι την παραίτησή του, τον Φεβρουάριο του 2013, διατηρούσε γενική ευθύνη εποπτείας των εργασιών.
Το κρίσιμο εύρημα αφορά συναλλαγή ύψους €250.000 από τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία, κατά τους Λειτουργούς Επιθεώρησης, φέρεται να προοριζόταν ως οικονομική στήριξη για την προεκλογική εκστρατεία του 2013 και να παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως αμοιβή ή προμήθεια, μέσω δύο εικονικών τιμολογίων. Στο συγκεκριμένο σκέλος, η Αρχή καταλογίζει στην δικηγορική εταιρεία Νίκος Αναστασιάδης και Συνεταίροι ενδεχόμενη εμπορία επηρεασμού, με την ιδιότητα του «παθητικού» πωλητή επιρροής, καθώς φέρεται να έλαβε παράτυπο πλεονέκτημα.
OCCRP, ΜΟΚΑΣ και δημόσια απαλλαγή
Στο κεφάλαιο για τα διαβατήρια και τα τζετ, η πρώτη ενότητα αφορά το δημοσίευμα του OCCRP του 2019 για το λεγόμενο «Troika Laundromat» και τη διασύνδεση του δικηγορικού γραφείου Νίκος Αναστασιάδης και Συνεταίροι με ύποπτες συναλλαγές. Η Αρχή αναφέρει ότι ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά το δημοσίευμα, προέβη σε δημόσια έκκληση προς τη ΜΟΚΑΣ να διερευνήσει τους ισχυρισμούς. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι η χρήση του προεδρικού αξιώματος για θέμα που αφορούσε προσωπικά του συμφέροντα αλλά και συμφέροντα της ιδιωτικής εταιρείας που έφερε το όνομά του – στην οποία μέτοχοι ήταν οι δύο κόρες του – εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση και κατάχρηση εξουσίας. Κατά την Αρχή, η δημόσια παρέμβαση του κ. Αναστασιάδη δύναται να θεμελιώσει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για πλημμέλημα κατάχρησης εξουσίας ή απόπειρα διάπραξης του αδικήματος.
Πολιτογραφήσεις, πελάτες του γραφείου και ιδιωτικά τζετ
Η δεύτερη ενότητα αφορά τα Pandora Papers και τις πολιτογραφήσεις Ρώσων πελατών του δικηγορικού γραφείου Νίκος Αναστασιάδης και Συνεταίροι. Η Αρχή αναφέρεται ειδικά στις υποθέσεις Αλεξάντερ Αμπράμοφ και Λεονίντ Λεμπέντεφ, σημειώνοντας ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, πριν από την εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας, κατείχε το αξίωμα του βουλευτή και του προέδρου του ΔΗΣΥ και είχε προσωπική συνάντηση με τον τότε Υπουργό Εσωτερικών για την πορεία φακέλου πολιτογράφησης ιδιώτη πελάτη του γραφείου.
Η Αρχή καταλήγει ότι η παρέμβαση αυτή δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας, καθώς και εμπορία επηρεασμού. Στην ίδια ενότητα γίνεται αναφορά σε αυθαιρεσίες σε σχέση με τον φάκελο Λεμπέντεφ, οικονομικό όφελος της δικηγορικής εταιρείας και δωρεάν χρήση ιδιωτικού πολυτελούς τζετ του κ. Λεμπέντεφ το 2013 από τον Νίκο Αναστασιάδη.
Το ακίνητο στη Δρομολαξιά
Ξεχωριστή θέση στην ανακοίνωση έχει και η υπόθεση του ακινήτου στη Δρομολαξιά. Οι ισχυρισμοί αφορούσαν κατ’ ισχυρισμόν αθέμιτες παρεμβάσεις του Νίκου Αναστασιάδη, ως Προέδρου της Δημοκρατίας, για προώθηση των συμφερόντων ιδιωτικής εταιρείας που επιδίωκε την εκμετάλλευση ακινήτου το οποίο ήταν εγγεγραμμένο ως βακούφιο και, συνεπώς, ως τουρκοκυπριακή περιουσία υπό τη διαχείριση του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα.
Η Αρχή καταγράφει ότι, μετά την άρνηση του Κτηματολογίου και του τότε Υπουργού Εσωτερικών Σωκράτη Χάσικου να εγγραφεί η συμφωνία ενοικίασης, η ιδιωτική εταιρεία απευθύνθηκε στον Νίκο Αναστασιάδη για βοήθεια. Ακολούθησε συνάντηση στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, υπουργοί, ο τότε Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου, εκπρόσωποι της εταιρείας και ο τότε βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης σημειώνουν ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία πως ο τέως Πρόεδρος υποσχέθηκε ή έπραξε οτιδήποτε μεμπτό κατά τη συγκεκριμένη συνάντηση. Ωστόσο, καταλήγουν ότι ο κ. Αναστασιάδης επενέβη στα καθήκοντα του τότε Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, με σκοπό να προωθηθεί το αίτημα της ιδιωτικής εταιρείας, ενώ του καταλογίζεται και παρέμβαση ή οδηγίες για την παράνομη διέλευση της Σουζάν Ντικράζ από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Στο συμπέρασμα της Αρχής, οι παρεμβάσεις του τέως Προέδρου φαίνεται να ήταν καλοπροαίρετες και χωρίς προσωπικό όφελος, αλλά δεν ενέπιπταν στα καθήκοντα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η επόμενη πράξη στον Γενικό Εισαγγελέα
Η υπόθεση περνά πλέον στο επίπεδο της Νομικής Υπηρεσίας. Η Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν εκδίδει ποινική ετυμηγορία, αλλά διαβιβάζει το υλικό στον Γενικό Εισαγγελέα για αξιολόγηση. Πολιτικά, όμως, το βάρος της ανακοίνωσης είναι ήδη μεγάλο: για πρώτη φορά, σε ένα ενιαίο επίσημο κείμενο, καταγράφονται συστηματικά ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του τέως Προέδρου σε ένα πλέγμα υποθέσεων που αγγίζουν τη σχέση πολιτικής εξουσίας, ιδιωτικών συμφερόντων, τραπεζών, πολιτογραφήσεων, ερευνών και θεσμικών παρεμβάσεων.
Διαβάστε αυτούσιο το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς εδώ







