Η μάχη κατά του εγκλήματος δεν περιορίζεται πλέον στις δικαστικές αίθουσες. Μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στην αναζήτηση της διαδρομής του χρήματος και των παράνομα αποκτηθέντων περιουσιών με στόχο τη δήμευση. Αυτό αντικατοπτρίζεται κυρίως στο ύψος των «εισπράξεων» από τη δέσμευση και δήμευση εσόδων ή περιουσίας που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες. Όπως εξηγεί σε συνέντευξή της στον «Π» η προϊσταμένη της ΜΟΚΑΣ (Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης), Μαρία Κυρμίζη Αντωνίου, το μέτρο αποτελεί ουσιαστική τιμωρία του δράστη, καθώς συμβάλλει στη διακοπή της τροφοδότησης νέων αδικημάτων και στην αποτροπή της διοχέτευσης «βρόμικου» χρήματος στη νόμιμη οικονομία. Αποτελεί ταυτόχρονα μία ουσιαστική παράμετρο για την καταπολέμηση του εγκλήματος.
Ο νόμος, σύμφωνα με την προϊστάμενη της ΜΟΚΑΣ, παρέχει τη δυνατότητα δέσμευσης παράνομων εσόδων ακόμη και στα αρχικά στάδια της διερεύνησης μιας ποινικής υπόθεσης, στο πλαίσιο οικονομικής έρευνας που διεξάγεται από την Αστυνομία και η οποία τρέχει παράλληλα με τη διερεύνηση του ποινικού αδικήματος. Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας, σημειώνει η κ. Αντωνίου, ενισχύεται περαιτέρω μέσα από τη στενή συνεργασία της ΜΟΚΑΣ με την Αστυνομία και τη Νομική Υπηρεσία, αλλά και με ευρωπαϊκές και διεθνείς αρχές. Αυτό, υποστηρίζει, διαμορφώνει ένα ισχυρό πλέγμα δράσης που στοχεύει στην αποδυνάμωση των οικονομικών βάσεων του εγκλήματος.
Η διαδικασία
Η ΜΟΚΑΣ, διευκρίνισε η κυρία Αντωνίου, δεν έχει αρμοδιότητα να διεξάγει ποινικές ανακρίσεις, παρέχει όμως στην Αστυνομία χρηματοοικονομικές πληροφορίες και χρηματοοικονομική ανάλυση, που προκύπτουν, από την ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών. Με την ιχνηλάτηση και εντοπισμό παράνομων εσόδων στο πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας, η ΜΟΚΑΣ, ενεργώντας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, αποτείνεται στο δικαστήριο για έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης παράνομων εσόδων, ενώ τα διατάγματα δήμευσης αποτελούν μέρος της ποινικής δίκης και εκδίδονται από το δικαστήριο, μετά από Αίτηση της Κατηγορούσας Αρχής. Ως προς το ύψος του ποσού/περιουσίας δήμευσης, το δικαστήριο είναι αυτό που το υπολογίζει με βάση τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του.
Σε περίπτωση που το προϊόν που αποκτήθηκε παράνομα δεν εντοπίζεται, δημεύεται οποιαδήποτε ρευστοποιήσιμη περιουσία του ύποπτου/κατηγορούμενου η οποία έχει εντοπιστεί, ισάξιας αξίας με το προϊόν του υπό διερεύνηση αδικήματος, ανεξαρτήτως νόμιμης ή παράνομης προέλευσής της. Αυτή μπορεί να είναι κινητή και ακίνητη περιουσία, κρυπτοπεριουσιακά στοιχεία, επενδύσεις, τραπεζικοί λογαριασμοί, μετρητά, μετοχές, αυτοκίνητα, κατοικίες, αρχαιότητες, κοσμήματα κ.λπ. Όπως επισημαίνει η κ. Αντωνίου, ελέγχονται όχι μόνο περιουσιακά στοιχεία του ίδιου του υπόπτου, αλλά και τρίτων προσώπων στα οποία ο οποίος ίσως έχει μεταβιβάσει περιουσία, για παράδειγμα με δωρεά.
Έρχεται ενισχυμένη οδηγία
Στο μεταξύ νέα ευρωπαϊκή οδηγία έρχεται να ενισχύσει το υφιστάμενο σύστημα ανάκτησης παράνομων εσόδων. Σχετικό νομοσχέδιο το οποίο προωθείται, περιλαμβάνει πρόνοιες, για πρώτη φορά, για δυνατότητα δήμευσης ανεξήγητου πλούτου, χωρίς ποινική καταδίκη, που συνδέεται με εγκληματική συμπεριφορά στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Οδηγίας, αναφέρει η κυρία Αντωνίου, για να κριθεί αν τα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να δημευτούν, λαμβάνονται υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, μπορεί να περιλαμβάνουν, τα ακόλουθα: α) Ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι ουσιωδώς δυσανάλογη προς το νόμιμο εισόδημα του θιγόμενου προσώπου, β) Ότι δεν υπάρχει εύλογη νόμιμη πηγή των περιουσιακών στοιχείων και γ) Ότι το θιγόμενο πρόσωπο συνδέεται με άτομα συνδεόμενα με εγκληματική οργάνωση.
Το μέτρο αυτό, της δήμευσης χωρίς καταδίκη ανεξήγητου πλούτου που συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα, αναμφίβολα θα αποτελέσει σημαντικό εργαλείο στα χέρια των διωκτικών αρχών και της Κατηγορούσας Αρχής ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα, σημειώνει.
Σημαντικά αποτελέσματα

Η προσπάθεια που ξεκίνησε το 2024 από τη ΜΟΚΑΣ και την Αστυνομία για αποτελεσματικότερη εφαρμογή των μέτρων για ανάκτηση παράνομων εσόδων, απέφερε σημαντικά αποτελέσματα κατά το 2024 και 2025. Όπως φαίνεται και στον πίνακα, τα αποτελέσματα «τα οποία αναμένουμε να έχουν περαιτέρω ανοδική πορεία με τη συλλογική προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων αρχών», προσθέτει η κ. Αντωνίου, «καταδεικνύουν πολλαπλάσια αύξηση των δημεύσεων σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια».
Εξηγεί, περαιτέρω, ότι δεν δεσμεύονται/δημεύονται περιουσιακά στοιχεία μόνο στο πλαίσιο ημεδαπών ποινικών υποθέσεων αλλά και περιουσιακά στοιχεία στο πλαίσιο συνεργασίας με ξένες αρχές, όπου η ΜΟΚΑΣ αποτείνεται στο δικαστήριο για έκδοση διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης ξένων διαταγμάτων που αφορούν παράνομα έσοδα που εντοπίζονται στην Κύπρο στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας.
Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα σημειώνει, δηλαδή δεσμεύονται στα πλαίσια υποθέσεων που διερευνώνται στην Κύπρο και περιουσιακά στοιχεία που εντοπίζονται στο εξωτερικό. Αυτό, με την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων δέσμευσης από κυπριακά δικαστήρια, τα οποία αποστέλλονται μέσω των διεθνών συμβάσεων και ευρωπαϊκού κανονισμού στη ξένη χώρα στην οποία εντοπίστηκε το περιουσιακό στοιχείο για σκοπούς εκτέλεσης, με στόχο, μετά την καταδικαστική απόφαση, τη δήμευσή του.
Στον Κορβανά όσα δεν επιστραφούν
Η προϊστάμενη της ΜΟΚΑΣ εξηγεί ότι, τα ποσά που εισπράττονται από την εκτέλεση διαταγμάτων δήμευσης κατατίθενται στον προϋπολογισμό της διοίκησης του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ υπάρχει παράλληλα η δυνατότητα επιστροφής τους στο θύμα του ποινικού αδικήματος σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα δήμευσης. Για παράδειγμα σε περιπτώσεις κλοπής ή απάτης. Για τις περιπτώσεις τις οποίες η δήμευση αφορά την εκτέλεση ξένου διατάγματος, τότε υπάρχει ευρωπαϊκός κανονισμός για το διαμοιρασμό των δημευθέντων ποσών μεταξύ του κράτους έκδοσης και του κράτους εκτέλεσης με παράλληλη τη δυνατότητα επιστροφής τους στο θύμα του ποινικού αδικήματος, εφόσον αυτό ζητηθεί από τις αρμόδιες Αρχές της ξένης χώρας.
Καταλήγοντας η προϊσταμένη της ΜΟΚΑΣ επισημαίνει πως «σε ένα συνεχές μεταβαλλόμενο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα και νέες τεχνολογίες δημιουργούν αναδυόμενους κινδύνους σε σχέση με τη μετακίνηση παράνομων κεφαλαίων, τυγχάνουν κατάχρησης και παρέχουν ακόμα περισσότερα μέσα στα εγκληματικά δίκτυα να αποκρύβουν τα παράνομα έσοδά τους. Στόχος μας, η αποστέρηση από τους εγκληματίες των παράνομων εσόδων από τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, διασφαλίζοντας ότι, το έγκλημα δεν πρέπει να αμείβεται».






