Η μετακίνηση ενός παιδιού από το οικογενειακό του περιβάλλον αποτελεί ύστατο μέτρο και λαμβάνει χώρα αφού εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες στήριξης της φυσικής οικογένειας. Όταν, όμως, δεν υπάρχει άλλη επιλογή λόγω σοβαρότατων αδυναμιών των γονιών στην άσκηση του γονικού τους ρόλου, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας έχουν την ευθύνη παροχής φροντίδας και προστασίας προς αυτά τα παιδιά. Η επιλογή της αναδοχής ως μορφής εναλλακτικής φροντίδας για παιδιά και εφήβους υπό τη φροντίδα του κράτους είναι η καλύτερη δυνατή και η πλέον επωφελής.
Σήμερα συνεργάζονται με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας 227 ανάδοχες οικογένειες παγκύπρια και φιλοξενούνται σε ανάδοχες οικογένειες 347 παιδιά υπό τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια ή φροντίδα της διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
Στο πλαίσιο ευρύτερου εκσυγχρονισμού των υπηρεσιών παιδικής προστασίας, προωθούνται ενέργειες για την περαιτέρω ενίσχυση και αναβάθμιση του θεσμού της αναδοχής, μέσα από τον εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου, της ενίσχυσης των διαδικασιών στήριξης των ανάδοχων γονέων, καθώς και την υλοποίηση δράσεων ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και προσέλκυσης νέων ανάδοχων οικογενειών. Σημειώνεται ότι το νομοσχέδιο περί της Μεταχείρισης Παιδιών υπό τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια ή φροντίδα της διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων και έχει ολοκληρωθεί η κατά άρθρον συζήτησή του και αναμένεται η ψήφισή του με τη σύσταση της νέας Βουλής.
Η διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Μαρία Κυρατζή, τονίζει στον «Π» την ετοιμότητα των υπηρεσιών για το μέλλον του θεσμού: «Η προσφορά μετουσιώνεται σε πράξη με τη στήριξη οικογενειών να αναλάβουν παιδιά που το έχουν ανάγκη μέσω της αναδοχής. Η στήριξη απαιτεί ταυτόχρονα και παράλληλα εκσυγχρονισμό σε διάφορα εξίσου σημαντικά επίπεδα, στο παιδί, στο κίνητρο της οικογένειας μέσα από το πρόγραμμα. Σε αυτά οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας δηλώνουν ετοιμότητα και οι ενέργειές τους αγκαλιάζουν το όλο».
Ο θεσμός στην Κύπρο
Η αναδοχή παιδιών είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός στο πλαίσιο του οποίου τη φροντίδα του παιδιού αναλαμβάνει μια οικογένεια, δίνοντάς του την ευκαιρία να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον αγάπης και αποδοχής.
«Η αναδοχή αποτελεί πολύτιμο θεσμό φροντίδας και προστασίας για τα παιδιά που βρίσκονται στη μέριμνα του κράτους», αναφέρει στον «Π» η υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, Κλέα Παπαέλληνα. «Στο Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας», προσθέτει, «είναι προτεραιότητα η συνεχής αναβάθμιση και ενίσχυση του θεσμού αυτού, αναγνωρίζοντας τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ανάδοχες οικογένειες στη ζωή και ανάπτυξη των παιδιών. Είναι μεγάλος ο σεβασμός και βαθιά η εκτίμηση προς τους αναδόχους γονείς για αυτό που προσφέρουν καθημερινά. Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή των εξειδικευμένων επαγγελματιών των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, τους οποίους ευχαριστώ θερμά για το έργο τους».
Διαχείριση και μορφές φροντίδας
Όπως αναφέρθηκε στον «Πολίτη», κάθε περίπτωση παιδιού υπό τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια ή φροντίδα της διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας τυγχάνει εξειδικευμένης και εξατομικευμένης διαχείρισης από διεπιστημονική ομάδα, η οποία καταρτίζει το Ατομικό Σχέδιο Φροντίδας του παιδιού, έχοντας ως επίκεντρο το υπέρτατο συμφέρον του. Στη βάση αυτού αποφασίζεται και η καταλληλότερη μορφή εναλλακτικής φροντίδας για κάθε παιδί, όπως είναι η αναδοχή, η Μονάδα Παιδικής και Εφηβικής Φροντίδας και Προστασίας, καθώς και η ημιανεξάρτητη διαβίωση.
Η αναδοχή μπορεί να αφορά μερικές μέρες, μήνες ή και χρόνια. Η τοποθέτηση ενός παιδιού σε ένα πρόγραμμα αναδοχής προϋποθέτει μια εξειδικευμένη διερεύνηση, εστιασμένη στις ιδιαιτερότητές του, και η επιλογή της οικογένειας γίνεται στη βάση της διεξοδικής και ολοκληρωμένης αξιολόγησης του συμφέροντος κάθε παιδιού.
Η τοποθέτηση παιδιών σε εναλλακτική μορφή φροντίδας θεωρείται προσωρινό μέτρο, καθώς στόχος παραμένει η σφαιρική στήριξη της φυσικής οικογένειας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και από τις άλλες συναρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, ώστε να αρθούν οι λόγοι μετακίνησης και τα παιδιά να επιστρέψουν στις φυσικές τους οικογένειες, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και αυτό κριθεί προς το συμφέρον τους. Για αυτό τον λόγο τα παιδιά συχνά έχουν επικοινωνία με τους γονείς τους (ή άλλα σημαντικά για αυτά πρόσωπα), εφόσον κρίνεται προς το συμφέρον τους.
Πώς γίνεσαι ανάδοχος
Όσοι ενδιαφέρονται να γίνουν ανάδοχοι υποβάλλουν γραπτώς, σε αίτηση, το ενδιαφέρον τους στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας της επαρχίας διαμονής τους. Ακολούθως αρμόδιος λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών επικοινωνεί μαζί τους και ξεκινά η διαδικασία αξιολόγησης της καταλληλότητάς τους, καθώς και της συνεχούς εκπαίδευσής τους σε θέματα που άπτονται του ρόλου τους ως ανάδοχων γονιών. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας έχουν αναθέσει μέρος της διαδικασίας σε Μη Κυβερνητικό Οργανισμό, με αντίστοιχη κρατική ενίσχυση.
Σε ό,τι αφορά τα κριτήρια καταλληλότητας, δεν υπάρχουν περιορισμοί στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των αναδόχων (π.χ. ηλικία, εθνικότητα, οικονομική κατάσταση, ιδιόκτητη οικία/ενοίκιο). Τα βασικά κριτήρια για έγκριση των ανάδοχων γονέων είναι, μεταξύ άλλων:
- Να είναι ενήλικα άτομα με καλή φυσική, ψυχική και συναισθηματική υγεία.
- Κύριο κίνητρό τους θα πρέπει να είναι τα αποθέματα αγάπης για ένα ξένο παιδί.
- Τυχόν δικά τους παιδιά θα πρέπει να γνωρίζουν και να αναμένουν ότι θα μοιράζονται την αγάπη αυτή.
- Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν ποικίλες καταστάσεις, συμπεριφορές και συναισθήματα των ανάδοχων παιδιών.
- Να διαθέτουν υπομονή και ικανότητα όσον αφορά τον χειρισμό και τη φροντίδα παιδιών.
- Να προσφέρουν θετικές εμπειρίες ομαλής οικογενειακής ζωής.
- Να είναι ευέλικτοι και να διαθέτουν υψηλό επίπεδο κατανόησης, ανοχής και αποδοχής της φυσικής οικογένειας του παιδιού.
- Να έχουν λευκό ποινικό μητρώο και πιστοποιητικό ότι δεν έχουν καταδικαστεί για σεξουαλικά αδικήματα που αφορούν παιδιά.
Η διερεύνηση της καταλληλότητας των υποψηφίων ανάδοχων γονέων συμπεριλαμβάνει, μετά την προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, τη διενέργεια αξιολόγησης από κοινωνικό λειτουργό και ψυχολόγο. Πραγματοποιούνται, μεταξύ άλλων, κατ' οίκον επισκέψεις, ώστε να διερευνηθούν οι πραγματικές συνθήκες ζωής των υποψήφιων ανάδοχων γονέων και το περιβάλλον στο οποίο θα ενταχθεί το αναδεχόμενο παιδί, καθώς και κάποιες ουσιαστικές προϋποθέσεις, που σχετίζονται με τα κίνητρα, τους σκοπούς, τους στόχους και τις προσδοκίες του γονέα ή της οικογένειας που εκφράζει την επιθυμία να αναλάβει την αναδοχή ενός παιδιού.
Η συστηματική, συνεχής και εξειδικευμένη εκπαίδευση είναι απαραίτητη για τις ανάδοχες οικογένειες σε όλα τα στάδια της αναδοχής για να είναι προετοιμασμένοι να διαχειριστούν θέματα όπως την τοποθέτηση ενός παιδιού, την πιθανή επανένωση με τη βιολογική του οικογένεια, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν και κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του, καθώς και άλλες επιπρόσθετες προκλήσεις που φέρνει μαζί της η αναδοχή. Η εκπαίδευση επιτυγχάνεται μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, βιωματικών δράσεων, παροχής εκπαιδευτικού υλικού, εργαστηρίων και σεμιναρίων.
Αποτυπώνοντας την πολυετή εμπειρία αυτής της διαδικασίας, ένας ανάδοχος γονέας αναφέρει στον «Πολίτη»: «Είμαστε ανάδοχη οικογένεια εδώ και 26 χρόνια, προσφέροντας αγάπη, φροντίδα και προστασία σε κάθε παιδί που το έχει ανάγκη. Καθόλη τη διάρκεια των χρόνων, σίγουρα υπήρχαν προκλήσεις, τις οποίες όμως με τη στήριξη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας μπορέσαμε να ξεπεράσουμε».
Οικονομική βοήθεια και στήριξη
Όπως διευκρινίστηκε στον «Π», οι δαπάνες συντήρησης παιδιών υπό τη νομική φροντίδα του κράτους καλύπτονται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, βάσει απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Στις ανάδοχες οικογένειες καταβάλλονται μηνιαία και έκτακτα ποσά για κάλυψη βασικών και ιδιαίτερων αναγκών του παιδιού. Σε εξέλιξη είναι και η αναθεώρηση των χορηγημάτων για συντήρηση των παιδιών που βρίσκονται υπό τη φροντίδα του κράτους, μέσα από την αύξηση του ύψους των χορηγημάτων, ώστε να συνάδει με τις σύγχρονες ανάγκες και την προσθήκη νέων προνοιών για κάλυψη ειδικών και έκτακτων αναγκών των παιδιών.
Απώτερος στόχος της προσπάθειας αυτής, πέρα από την οικονομική ενίσχυση των υφιστάμενων παιδιών και ανάδοχων οικογενειών, είναι η προσέλκυση νέων υποψήφιων ανάδοχων οικογενειών και η αποφυγή ιδρυματοποίησης των παιδιών υπό τη φροντίδα του κράτους.







