Αύξηση των μισθών ύψους 5% δείχνουν τα πρόσφατα στοιχεία που ανακοίνωσε η Στατιστική Υπηρεσία για το 2025, η οποία ωστόσο δεν διαχέεται ευρύτερα στον μέσο εργαζόμενο της Κύπρου, με τους πλείστους να παλεύουν να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος ζωής των τελευταίων ετών.
Με αφορμή τη δημοσίευση των στοιχείων από τη Στατιστική Υπηρεσία, ο «Π» ζήτησε από οικονομολόγους να απαντήσουν στο ερώτημα εάν είναι επαρκείς οι μισθοί για τους Κυπρίους εν μέσω του αυξημένου κόστους ζωής.
Δεν αρκούν οι μισθοί
«Τα πρόσφατα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας επιβεβαιώνουν από τη μία ότι οι μισθοί στην Κύπρο αυξάνονται, αλλά από την άλλη η αγοραστική τους δύναμη δεν ακολουθεί την ίδια πορεία. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος των μισθών, αλλά η σχέση τους με το κόστος ζωής, δηλαδή πόσα χρειάζεται ένα νοικοκυριό τον μήνα για αξιοπρεπή διαβίωση. Για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, ακόμη και ένας «μέσος» μισθός δεν επαρκεί για να καλύψει βασικές ανάγκες, ιδιαίτερα όταν ληφθούν υπόψη ενοίκια, δάνεια και πληθωρισμός/ακρίβεια», επισημαίνει ο οικονομολόγος, Τάσος Γιασεμίδης.
«Οι μισθοί, παρά τις αυξήσεις, δεν είναι επαρκείς για ένα σημαντικό τμήμα των Κυπρίων εργαζομένων. Η ανισότητα μεταξύ μέσου και πραγματικού μισθού, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ζωής, δημιουργεί πίεση στα νοικοκυριά και περιορίζει την ποιότητα ζωής», τονίζει.
Καίνε οι λογαριασμοί
«Όπως σε αρκετές άλλες χώρες, πιστεύω υπάρχει μια σχετική πίεση σε πολλά νοικοκυριά ως προς την εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης. Συγκεκριμένα, ίσως τα έξοδα στέγασης (ενοίκια ή αγορά κατοικίας) και οι λογαριασμοί υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (π.χ. ηλεκτρισμός) αποτελούν προβλήματα. Κάποιες πόλεις επίσης παρουσιάζουν υψηλότερα κόστη από άλλες. Μπορεί ο μέσος όρος να φαίνεται ικανοποιητικός γύρω στα 2.600 ευρώ, αλλά η τιμή αυτή επηρεάζεται από τους μισθούς που είναι πολύ υψηλοί. Περισσότερο αντιπροσωπευτικό και ενδεικτικό βρίσκω το ότι περίπου 50% των εργαζομένων λαμβάνει κάτω από 2.000 ευρώ», δήλωσε στον «Π» ο οικονομολόγος Μιχάλης Φλωρεντιάδης.
«Δυστυχώς», τονίζει, «η οικονομία μας, παρά την ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων, βρίσκω ότι δεν χαρακτηρίζεται από δυναμισμό, ευελιξία, επενδύσεις, επιχειρηματικότητα και καινοτομία, με αποτέλεσμα οι υψηλής ποιότητας θέσεις εργασίας που αμείβονται με υψηλές απολαβές να είναι σχετικά λίγες».
Σύμφωνα με τον κ. Φλωρεντιάδη, η προσπάθεια του κράτους επικεντρώνεται στην προσέλκυση ξένων εταιρειών και επαγγελματιών με φορολογικά και άλλα κίνητρα και όχι στη δημιουργία ενός ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος που θα δημιουργήσει ευκαιρίες εργοδότησης υψηλής ποιότητας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για πτυχιούχους νέους, τους οποίους, όπως εκτιμά, δυσκολευόμαστε να συγκρατήσουμε στην Κύπρο.
Το κόστος ζωής
«Τα στοιχεία για τους μισθούς πρέπει να διαβάζονται μαζί με τα στοιχεία για το πραγματικό κόστος ζωής. Ναι, οι μισθοί εμφανίζουν ονομαστική αύξηση, όμως αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει βελτιωθεί αντίστοιχα η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων», υποδεικνύει από την πλευρά του ο οικονομολόγος, Μάριος Σούπασιης.
«Το 2025 οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ανήλθαν στα €2.605, αλλά ο διάμεσος μισθός ήταν €1.968. Αυτό δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων κινείται κάτω από τον μέσο όρο. Την ίδια ώρα, η μέση ετήσια καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών έφτασε τα €43.263 το 2023, δηλαδή περίπου €3.605 τον μήνα ανά νοικοκυριό, αυξημένη κατά 38,6% σε σχέση με το 2015/2016», τονίζει.
Σύμφωνα με τον κ. Σούπασιη, ιδιαίτερη πίεση ασκούν οι βασικές ανάγκες. «Η στέγαση, το νερό, ο ηλεκτρισμός, τα καύσιμα, τα τρόφιμα και οι μεταφορές απορροφούν πάνω από το μισό οικογενειακό budget/προϋπολογισμό». Μόνο η κατηγορία της στέγασης και των συναφών εξόδων, προσθέτει, αυξήθηκε κατά 49,2% μεταξύ 2015/2016 και 2023. Επίσης, μπορεί ο πληθωρισμός να έχει υποχωρήσει το 2025, όμως οι αυξήσεις των προηγούμενων ετών παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές. Η σωρευτική αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών από το 2022 μέχρι το 2025 είναι περίπου 15,8%.
Παράλληλα, σημειώνει ότι υπάρχει και κοινωνική πίεση πίσω από τους αριθμούς. «Το 2024, 17,1% του πληθυσμού, περίπου 164.000 άτομα, ήταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ήταν 14,6%. Άρα, το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν οι μισθοί αυξήθηκαν ονομαστικά, αλλά εάν αρκούν για να καλύψουν το σημερινό επίπεδο τιμών».
«Για πολλούς εργαζομένους και ιδιαίτερα για νέους, οικογένειες με στεγαστικές υποχρεώσεις και χαμηλόμισθους, η απάντηση είναι ότι οι μισθοί δεν επαρκούν για μια άνετη και αξιοπρεπή διαβίωση», υπογραμμίζει.
Ο οικονομολόγος Στέλιος Πλατής σημειώνει ότι οι μισθοί δεν είναι επαρκείς για μεγάλο μέρος των Κυπρίων. «Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν εργάζονται. Όχι επειδή η χώρα δεν αναπτύσσεται. Αλλά επειδή η ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων δεν μετατράπηκε σε πραγματική ασφάλεια για τον μισθωτό, τον νέο, την οικογένεια, τον ενοικιαστή, τη μικρή επιχείρηση».
«Η Κύπρος εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, δημοσιονομική σταθερότητα και ανάπτυξη. Όμως οι πολίτες δεν ζουν με δείκτες. Ζουν με ενοίκια, δόσεις, τρόφιμα, καύσιμα, ρεύμα, παιδική φροντίδα και την αγωνία αν θα βγει ο μήνας», σημειώνει.
«Γι' αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αυξήθηκαν ονομαστικά οι μισθοί. Είναι τι απομένει στον εργαζόμενο μετά τις βασικές ανάγκες», επισημαίνει. «Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική αλήθεια, για πολλούς δεν απομένει αξιοπρέπεια, αποταμίευση, προοπτική. Και εδώ, η μέση αμοιβή των €2,605 κρύβει την πραγματικότητα. Όταν ο μέσος μισθός ανεβαίνει λόγω υψηλών απολαβών στην κορυφή, δεν σημαίνει ότι ο τυπικός εργαζόμενος ζει καλύτερα», τονίζει.
«Η διάμεση αμοιβή των €1,968 δείχνει λίγο πιο καθαρά την κατάσταση – αν και όχι απόλυτα ( ακόμη και εδώ τα ψηλότερα στρώματα επηρεάζουν στατιστικά). Ουσιαστικά, αν αναλύσει κανείς ακόμη πιο προσεχτικά τους αριθμούς, θα βρει ότι χιλιάδες εργαζόμενοι βρίσκονται σε μισθολογικά επίπεδα που, μπροστά στο σημερινό κόστος στέγης, ενέργειας και τροφίμων, δεν επαρκούν για μια κανονική ζωή. Οι γυναίκες, οι νέοι και όσοι δουλεύουν σε χαμηλά αμειβόμενους κλάδους βιώνουν ακόμη πιο έντονα αυτή την πίεση», αναφέρει.
Ο κ. Πλατής εκφράζει τη θέση ότι το πρόβλημα, δεν είναι μόνο μισθολογικό, είναι πρόβλημα οικονομικού μοντέλου. «Μετά το 2013, η Κύπρος στηρίχθηκε υπέρμετρα στην ακίνητη περιουσία, στις μεγάλες αναπτύξεις, στην προσέλκυση κεφαλαίων, στις φορολογικές διευκολύνσεις και σε ένα σύστημα που συχνά ευνόησε το γρήγορο κέρδος περισσότερο από την παραγωγή. Η στέγη μετατράπηκε από κοινωνικό δικαίωμα σε επενδυτικό προϊόν. Η γη έγινε βασικό εργαλείο πλουτισμού. Η εργασία και η παραγωγή έμειναν πίσω», εξηγεί.
Τι μπορεί να γίνει
«Αυτό που απαιτείται είναι μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική προσέγγιση. Απαιτείται η ουσιαστική αύξηση των μισθών, ιδιαίτερα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ώστε να αντανακλούν το πραγματικό κόστος ζωής και να μειωθούν οι ανισότητες καθώς και η μεταρρύθμιση της κοινωνικής πολιτικής του κράτους. Είναι αναγκαία επίσης μέτρα για το κόστος στέγασης, που αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα πίεσης και κοινωνικές πολιτικές που ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα, ειδικά για νέους και οικογένειες», εκτιμά ο κ Γιασεμίδης.
«Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, αλλά το ζητούμενο είναι αυτή η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Διαφορετικά, οι αυξήσεις στους μισθούς θα παραμένουν απλώς αριθμοί που δεν αντικατοπτρίζουν την καθημερινότητα των πολιτών», τονίζει.
Σύμφωνα με τον κ. Σούπασιη, αυτό που χρειάζεται είναι μια διπλή προσέγγιση. Από τη μία, στοχευμένη ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, φορολογικές ελαφρύνσεις για τη μεσαία τάξη, ουσιαστική στεγαστική πολιτική και στήριξη των χαμηλόμισθων και από την άλλη αύξηση της παραγωγικότητας στην οικονομία, ώστε οι καλύτερες απολαβές να είναι βιώσιμες και να στηρίζονται σε πραγματική δημιουργία αξίας.
«Η αύξηση της παραγωγικότητας δεν σημαίνει απλώς να εργάζονται οι άνθρωποι περισσότερο. Σημαίνει καλύτερη οργάνωση, επένδυση σε δεξιότητες, τεχνολογία, ψηφιοποίηση, ταχύτερες διαδικασίες και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας. Αυτό αφορά τόσο τον ιδιωτικό τομέα όσο και τη δημόσια υπηρεσία», τονίζει.
«Ειδικά στη δημόσια υπηρεσία» υποδεικνύει ο κ. Σούπασιης, η παραγωγικότητα είναι κρίσιμη. «Όταν οι διαδικασίες είναι αργές, όταν η αδειοδότηση καθυστερεί, όταν ο πολίτης ή η επιχείρηση χρειάζεται μήνες για μια απλή έγκριση, αυτό μετατρέπεται σε πραγματικό κόστος για την οικονομία. Η μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας, η αξιολόγηση, η λογοδοσία, η ψηφιοποίηση και η απλοποίηση διαδικασιών δεν είναι θεωρητικά ζητήματα. Είναι προϋποθέσεις για να μειωθεί το κόστος, να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα και τελικά να δημιουργηθεί χώρος για καλύτερους μισθούς», υπογραμμίζει.
«Η ανάπτυξη έχει αξία μόνο όταν μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Και αυτό απαιτεί όχι μόνο αυξήσεις μισθών, αλλά και μια πιο παραγωγική, πιο αποτελεσματική και πιο δίκαιη οικονομία», προσθέτει.
«Απαιτείται αναπροσαρμογή του οικονομικού μας μοντέλου στις νέες κοινωνικές συνθήκες: νέα μισθολογική πολιτική με κοινωνική στόχευση, η ΑΤΑ πρέπει να γίνει πιο δίκαιη και προοδευτική, πραγματική στεγαστική πολιτική και περιορισμοί σε ξένους, οι επενδύσεις πρέπει να αξιολογούνται με κοινωνική ανταπόδοση και να περιορίζονται σε ωφέλιμες κοινωνικά επενδύσεις και να μπει επιτέλους ένα φρένο στη διαπλοκή και τη διαφθορά οι οποίες θεωρώ είναι ο λόγος της μετατόπισης του οικονομικού μας μοντέλου, και η γενεσιουργός αιτία για την καταστροφή της μεσαίας τάξης και των μισθωτών στον τόπο μας», υπογραμμίζει ο κ. Πλατής.
Στατιστικά
Οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές των υπαλλήλων για το έτος 2025 σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, εκτιμώνται στα €2.605 σε σύγκριση με €2.483 το 2024, δηλαδή παρατηρείται αύξηση 4,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Για το 2024 η αντίστοιχη αύξηση ήταν 5,1%. Οι διάμεσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές των υπαλλήλων ήταν €1.968.







