Η νέα Βουλή που θα προκύψει από τις σημερινές κοινοβουλευτικές εκλογές καλείται να διαχειριστεί μιαν οικονομία η οποία εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σειρά επίμονων διαρθρωτικών προκλήσεων που αγγίζουν την καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Παρά την ισχυρή ανάπτυξη των τελευταίων ετών, τη μείωση της ανεργίας και τη δημοσιονομική σταθερότητα, παραμένουν ανοικτά μέτωπα.
Η κυπριακή οικονομία εισέρχεται στη νέα πολιτική περίοδο με θετικές επιδόσεις σε σύγκριση με πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η ανάπτυξη παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, το δημόσιο χρέος έχει αποκλιμακωθεί αισθητά ως ποσοστό του ΑΕΠ, και η αγορά εργασίας καταγράφει ιστορικά χαμηλά επίπεδα ανεργίας και υψηλά επίπεδα απασχόλησης. Ωστόσο, η εικόνα αυτή συνυπάρχει με συσσωρευμένες πιέσεις, ιδιαίτερα στο κόστος διαβίωσης, στη στέγαση, στο ιδιωτικό χρέος και στη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου.
Εκποιήσεις και ιδιωτικό χρέος
Ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα αφορά το πλαίσιο των εκποιήσεων και τη συνολική διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, μεγάλο μέρος του προβλήματος έχει μεταφερθεί σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων και διαχείρισης δανείων.
Οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις της Βουλής, που επιβραδύνουν ή περιπλέκουν τη διαδικασία εκποίησης ακινήτων, προκαλούν προβληματισμό. Το βασικό επιχείρημα όσων εκφράζουν επιφυλάξεις είναι ότι τυχόν αποδυνάμωση του πλαισίου εκποιήσεων μπορεί να επηρεάσει την κουλτούρα αποπληρωμών, να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο και να δυσχεράνει περαιτέρω τη μείωση του ιδιωτικού χρέους.
Από την άλλη πλευρά, κοινωνικές οργανώσεις και πολιτικές δυνάμεις επιμένουν στην ανάγκη προστασίας της πρώτης κατοικίας και ενίσχυσης των δικλείδων ασφαλείας για ευάλωτους δανειολήπτες, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει κατανεμηθεί ισόρροπα. Οι δύο εκ πρώτης όψεως διαφορετικές προτεραιότητες μπορούν να συνυπάρξουν, αν η προτεραιότητα είναι πράγματι οι ευάλωτοι. Δυστυχώς, οριζόντιες ρυθμίσεις αφήνουν χώρο για κατάχρηση από όσους δεν θέλουν να ρυθμίσουν τις οφειλές τους.
Σύμφωνα με τις επαναλαμβανόμενες συστάσεις διεθνών οργανισμών και θεσμών, μεταξύ των οποίων οίκοι αξιολόγησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πιο ορθολογική προσέγγιση θεωρείται η διατήρηση ενός λειτουργικού και προβλέψιμου πλαισίου διαχείρισης των ΜΕΔ, χωρίς ουσιώδη αλλοίωση των βασικών εργαλείων ανάκτησης οφειλών. Η βασική ανησυχία που εκφράζεται, είναι ότι τυχόν αποδυνάμωση του πλαισίου εκποιήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την κουλτούρα αποπληρωμών, να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο και να επιβραδύνει τη διαδικασία εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Στο παρασκήνιο, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ειδικότερα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού (DG Comp), η οποία παρακολουθεί στενά το σχέδιο ανάκτησης της κρατικής βοήθειας που συνδέεται με την πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα μέσω της ΚΕΔΙΠΕΣ. Η ΚΕΔΙΠΕΣ λειτουργεί ουσιαστικά υπό συγκεκριμένες δεσμεύσεις έναντι των ευρωπαϊκών αρχών ως προς την ανάκτηση αξίας από τα περιουσιακά στοιχεία και τη διαχείριση προβληματικών δανείων.
Σε περίπτωση που υπάρξει σημαντική ανατροπή του υφιστάμενου σχεδιασμού ή αδυναμία επίτευξης των στόχων ανάκτησης της κρατικής στήριξης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει τη θεσμική δυνατότητα παρέμβασης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ωστόσο, θεωρείται από οικονομικούς κύκλους ανεπιθύμητο, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει αρνητικά μηνύματα για την αξιοπιστία της χώρας και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού της πλαισίου.
Το κόστος ζωής και η στεγαστική πίεση
Παρά την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (ο οποίος εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης), οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, υπηρεσιών και ενοικίων εξακολουθούν να πιέζουν σημαντικό μέρος των νοικοκυριών. Το στεγαστικό έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις, ιδίως για νέα ζευγάρια και χαμηλόμισθους εργαζομένους.
Η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, η αυξημένη ζήτηση από ξένους επενδυτές και επαγγελματίες που μετακινούνται στην Κύπρο, αλλά και η άνοδος του κόστους κατασκευής έχουν ωθήσει ανοδικά τις τιμές αγοράς και ενοικίασης. Το ζήτημα αποκτά πλέον και πολιτικές διαστάσεις, καθώς αυξάνονται οι πιέσεις για στοχευμένες παρεμβάσεις στη στεγαστική πολιτική, φορολογικά κίνητρα και ενίσχυση της προσιτής κατοικίας.
Παραγωγικότητα και μισθοί
Παρά την ανάπτυξη, η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει το διαχρονικό πρόβλημα της παραγωγικότητας. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο εργατικό κόστος, ελλείψεις προσωπικού και την ανάγκη τεχνολογικού μετασχηματισμού.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι διεκδικούν αυξήσεις που να αντανακλούν το υψηλότερο κόστος διαβίωσης. Η συζήτηση για την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), οι μισθολογικές απαιτήσεις σε διάφορους κλάδους και οι πιέσεις στον δημόσιο τομέα αναμένεται να παραμείνουν στην κορυφή της οικονομικής ατζέντας.
Για τη νέα Βουλή, το ζητούμενο είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας που καλείται να μεταβεί σε πιο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης.
Δημοσιονομική πειθαρχία
Παρότι τα δημόσια οικονομικά παρουσιάζουν βελτιωμένη εικόνα, η πίεση για νέες κοινωνικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις και ενίσχυση εισοδημάτων, παραμένει. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία σε ένα περιβάλλον αυξημένων κοινωνικών προσδοκιών. Ιδιαίτερα καθώς στην Ευρώπη ισχύουν αυστηρότεροι δημοσιονομικοί κανόνες, με όρια στην αύξηση των δαπανών. Το θετικό είναι ότι όλα τα βασικά κόμματα συγκλίνουν στο ότι δεν πρέπει να υπάρξει επιστροφή σε μια λογική δημοσιονομικής χαλάρωσης και ελλειμμάτων. Αυτή η εθνική συναίνεση είναι μια σημαντική κατάκτηση.
Γεωπολιτική αβεβαιότητα
Την ίδια στιγμή, η κυπριακή οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωγενείς παράγοντες. Η αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, οι εμπορικές εντάσεις διεθνώς, οι διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας και η επιβράδυνση βασικών ευρωπαϊκών οικονομιών δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου.
Ο τουρισμός, οι υπηρεσίες και οι ξένες επενδύσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς πυλώνες ανάπτυξης, ωστόσο η εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες καθιστά την οικονομία ευάλωτη σε διεθνείς αναταράξεις. Αυτή η πραγματικότητα υποχρεώνει τη χώρα να είναι σε μεταρρυθμιστική επαγρύπνηση. Πρέπει να διορθώνουμε άμεσα τα προβλήματα ώστε οι όποιες πιέσεις από το εξωτερικό να βρίσκουν την οικονομία σε θέση να τις διαχειριστεί, χωρίς βαριές επιπτώσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.







