Η επανεκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων δεν αποτέλεσε έκπληξη ως προς το τελικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, η διαδικασία ανέδειξε με σαφήνεια τις πολιτικές ισορροπίες, τις στρατηγικές επιλογές των κομμάτων και τις προοπτικές των συνεργασιών που θα επηρεάσουν το πολιτικό σκηνικό μέχρι και τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Από την πρώτη στιγμή, όταν δηλαδή ολοκληρώθηκε το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών και άνοιξε η συζήτηση για την προεδρία της Βουλής, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, από την αρχή ως το τέλος, επέμεναν, στις παρασκηνιακές επαφές τους με τα άλλα κόμματα, να διατηρήσουν στο τραπέζι τους ηγέτες τους. Παρά τις διάφορες πληροφορίες που έδιναν και έπαιρναν, ήταν εμφανές ότι η αναμέτρηση θα εξελισσόταν σε μια ατόφια πολιτική σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, τα οποία όχι απλώς επιβίωσαν στις εκλογές αλλά, υπό τις συνθήκες, ήταν και οι νικητές.
Το αποτέλεσμα της χθεσινής πρώτης ψηφοφορίας αποτύπωσε τις πραγματικές δυνάμεις των κομμάτων εντός της Βουλής. Η Αννίτα Δημητρίου εξασφάλισε 21 ψήφους, οι 17 της κοινοβουλευτικής δύναμης του ΔΗΣΥ και οι τέσσερις από την Άμεση Δημοκρατία. Ο Στέφανος Στεφάνου συγκέντρωσε 19 ψήφους, προερχόμενες από το ΑΚΕΛ (15) και το ΑΛΜΑ (4). Ο Νικόλας Παπαδόπουλος έλαβε τις 8 ψήφους του ΔΗΚΟ, ενώ ο Χρίστος Χρίστου επίσης τις 8 ψήφους του ΕΛΑΜ.
Η δεύτερη ψηφοφορία επιβεβαίωσε τις εκτιμήσεις που διαμορφώθηκαν μετά την πρώτη ψηφοφορία. Το ΔΗΚΟ αποφάσισε να στηρίξει την Αννίτα Δημητρίου, η οποία συγκέντρωσε έτσι συνολικά 29 ψήφους, ενώ ο Στέφανος Στεφάνου παρέμεινε στις 19. Το ΕΛΑΜ επέλεξε την αποχή, τηρώντας εκείνο που εξαρχής είχε δηλώσει, ότι δηλαδή δεν θα ψήφιζε ούτε Αννίτα Δημητρίου, ούτε Στέφανο Στεφάνου.
Ο ρόλος ενός «μικρού»
Η πρώτη μεγάλη πολιτική διαπίστωση αφορά τον ρόλο της Άμεσης Δημοκρατίας. Οι τέσσερις ψήφοι του κόμματος αποδείχθηκαν καθοριστικές. Χωρίς αυτές, η Αννίτα Δημητρίου θα περιοριζόταν στις 17 ψήφους του ΔΗΣΥ και ο Στέφανος Στεφάνου θα αναδεικνυόταν πρώτος στον πρώτο γύρο. Η επιλογή της Άμεσης Δημοκρατίας να στηρίξει την υποψηφιότητα της προέδρου του ΔΗΣΥ, ήταν όπως διαφάνηκε μια πολιτική και τακτική νίκη του ΔΗΣΥ, που έπεισε το νεοεισερχόμενο κόμμα ότι για το ίδιο ήταν πιο παραγωγικό να εμπιστευτεί το μεγάλο κόμμα στο Κοινοβούλιο, σε σχέση με τη στήριξη διαφόρων ζητημάτων που απασχολούν την Άμεση Δημοκρατία. Ενδεικτική είναι η δήλωση του επικεφαλής του κόμματος, Φειδία Παναγιώτου, ο οποίος κατά τη διάρκεια των συγχαρητηρίων προς τη Αννίτα Δημητρίου σημείωσε ότι οι βουλευτές του κόμματος κινήθηκαν στη λογική κάποιων θεμάτων που τους απασχολούν ιδιαίτερα και ήταν σημαντικά για τους ίδιους και στην προεκλογική εκστρατεία, όπως «οι συντάξεις να ευθυγραμμιστούν με τον κατώτατο μισθό στα 1088 ευρώ», αλλά και η κατανόηση που βρήκαν στη θέση για «τη δημιουργία δέκα χιλιάδων κατοικιών που θέλουμε για να αυξηθεί το στεγαστικό απόθεμα, για να πέσουν οι τιμές των ενοικίων στην Κύπρο».
Η στάση του ΕΛΑΜ
Η δεύτερη κρίσιμη παράμετρος για το χθεσινό αποτέλεσμα, ήταν η στάση του ΕΛΑΜ. Παρά τις έντονες συζητήσεις που προηγήθηκαν και τα σενάρια περί συγκρότησης μιας ευρύτερης συμμαχίας γύρω από τον Νικόλα Παπαδόπουλο, το ΕΛΑΜ επέλεξε να διατηρήσει τη δική του υποψηφιότητα στον πρώτο γύρο. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς στέρησε από το ΔΗΚΟ τη δυνατότητα να διεκδικήσει με αξιώσεις τη συμμετοχή του στον δεύτερο γύρο. Το κόμμα του Χρίστου Χρίστου προτίμησε να προστατεύσει την πολιτική του αυτονομία και να αποφύγει μια συνεργασία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως υποχώρηση από τη στάση που τηρεί στη βάση των δικών του αντιλήψεων και προσεγγίσεων.
Τρίτη παράμετρος, η επιλογή του ΔΗΚΟ να μην ακολουθήσει στον β' γύρο τον δρόμο της αποχής όπως το ΕΛΑΜ, αλλά να μετακινηθεί σε στήριξη της διαφαινόμενης ήδη νικήτριας, Αννίτας Δημητρίου, διατηρώντας έτσι τις γέφυρες για μία μελλοντική συνεργασία των δύο κομμάτων.
Επιλογή χωρίς πισωγυρίσματα
Εξ ίσου σημαντική ήταν και η στάση του ΑΚΕΛ. Το κόμμα δεν αποδέχθηκε το ενδεχόμενο μετακίνησης προς την υποψηφιότητα Παπαδόπουλου, ούτε φάνηκε διατεθειμένο να ενταχθεί σε μια πολυκομματική συμφωνία με ανταλλάγματα. Με αυτήν την επιλογή, το ΑΚΕΛ προτίμησε να δώσει μια καθαρή πολιτική μάχη απέναντι στον ΔΗΣΥ, ακόμη και αν οι αριθμητικοί συσχετισμοί δεν ήταν τελικά υπέρ του. Η στάση του κόμματος με βάση τα δεδομένα ήταν μονόδρομος, αλλά και μια συνέπεια της ανάκαμψής του στις εκλογές . Με τίποτε δεν επρόκειτο να θέσει στη μέγγενη την αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης που του έδειξαν οι ψηφοφόροι του. Αυτή η στάση του κόμματος στην ουσία ενισχύει την εικόνα μιας σαφούς αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πολιτικών δυνάμεων του τόπου, χωρίς φτιασιδώματα και επενέργειες άλλων δυνάμεων.
Αποτυχημένη προσπάθεια
Η εκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην προεδρία της Βουλής φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι ανέτρεψε μια προσπάθεια του Προεδρικού, η οποία εξελίχθηκε στο παρασκήνιο, με στόχο να διαμορφωθεί ένας άξονας συνεργασίας μεταξύ κομμάτων που διατηρούν σχέσεις με την κυβέρνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα δεδομένα, τόσο στη λειτουργία της Βουλής όσο και στις προεκτάσεις αυτών των σχέσεων ως και τις επόμενες Προεδρικές του 2028.
Τελικά, όμως, οι διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις των κομμάτων απέτρεψαν τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου. Το ΔΗΚΟ, και το ΕΛΑΜ ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές, με αποτέλεσμα η τελική αναμέτρηση να περιοριστεί στους δύο παραδοσιακούς πρωταγωνιστές του πολιτικού συστήματος, τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ.
Με βάση, εν ολίγοις, την ανάδειξη της Αννίτας Δημητρίου για δεύτερη συνεχόμενη θητεία στην προεδρία της Βουλής, διαφάνηκε ότι:
- Ο ΔΗΣΥ επέμεινε από την αρχή στην υποψηφιότητα της Αννίτας Δημητρίου και δεν συμμετείχε σε σενάρια ευρύτερων συναινέσεων ή ανταλλαγμάτων.
- Το ΑΚΕΛ διατήρησε μέχρι τέλους την υποψηφιότητα του Στέφανου Στεφάνου, απορρίπτοντας την προοπτική στήριξης του Νικόλα Παπαδόπουλου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αντι-ΔΗΣΥ συμμαχίας.
- Και τα δύο κόμματα επέλεξαν να μετρήσουν δυνάμεις και να δώσουν μια καθαρή πολιτική αναμέτρηση μεταξύ τους, αντί να ενταχθούν σε πολυκομματικές συνθέσεις που θα θόλωναν τα πολιτικά μηνύματα
Στην ουσία, η χθεσινή διαδικασία λειτούργησε και σαν πρόωρη δοκιμή συσχετισμών, αλλά και προθέσεων, ενόψει των πολιτικών εξελίξεων μέχρι το 2028.







